Ιστορία

Σύντομη Ιστορική Αναδρομή

Η Εκκλησία της Κρήτης, από των αποστολικών χρόνων μέχρι σήμερα, αποτελεί μία ζώσα εκκλησιαστική παρουσία μέσα στην ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου.
Από τον Απόστολο Παύλο και τον μαθητή του Άγιο Τίτο, έως τους νεωτέρους χρόνους, η Κρητική Εκκλησία έμεινεν ακλόνητη φρουρός της πίστεως, της παραδόσεως και της ελευθερίας.

Μέσα από δοκιμασίες, κατακτήσεις και αγώνες, η Εκκλησία της νήσου ανέδειξε αναριθμήτους αγίους, λογίους και μάρτυρας, που ενίσχυσαν το φρόνημα του λαού και εκόσμησαν την πνευματική κληρονομιά της Ορθοδοξίας.

Σήμερα, εννέα Εκκλησιαστικές Επαρχίες από άκρου εις άκρον της Κρήτης συνεχίζουν τον ιερόν αγώνα της μαρτυρίας του Χριστού, διακονούν τον άνθρωπον και μεταδίδουν το φως της πίστεως και της αγάπης.

Η Εκκλησία της Κρήτης

Σύντομη Ιστορική Επισκόπηση
Θεοχάρη Δετοράκη Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης

Η Εκκλησία της Κρήτης είναι Αποστολική. Πρώτοι κήρυκες του Χριστιανισμού στην νήσο ήταν οι Εβραιοκρήτες, που παραβρέθηκαν στο κήρυγμα του Πέτρου την ημέρα της Πεντηκοστής στα Ιεροσόλυμα, σύμφωνα με την αφήγηση των Πράξεων των Αποστόλων (β΄, 11). Ο πρώτος όμως πυρήνας που οργανώθηκε περί το 64 μ.Χ. από τον Απόστολο Παύλο κατά την γ΄ αποστολική περιοδεία του. Ο Παύλος ανέθεσε το συστηματικό έργο του εκχριστιανισμού της νήσου στον μαθητή του Απόστολο Τίτο, πρώτο επίσκοπο της νήσου. Ο επεκτεινόμενος Χριστιανισμός συνάντησε και στην Κρήτη την ισχυρή αντίδραση της εθνικής θρησκείας. Κατά τον διωγμό του Δεκίου (249–251 μ.Χ.) η Κρήτη προσέφερε τους Δέκα καλλίνικους μάρτυρες, που είναι εφεξής και η μεγάλη δόξα της. Οι βυζαντινοί συγγραφείς, οσάκις αναφέρονται στην Κρήτη, δεν παραλείπουν να μνημονεύσουν και τους Δέκα Καλλίνικους μάρτυρες ως ύψιστο τίτλο τιμής για την νήσο. Με την επέκταση του Χριστιανισμού, οργανώθηκε και η Κρητική Εκκλησία με προκαθήμενο και επισκόπους, που αποτέλεσαν την τοπική σύνοδο. Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κρήτης έφερε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου και η Κρήτη ήταν μία από τις δώδεκα Αρχιεπισκοπές του Ιλλυρικού (όπως ονομαζόταν τότε η Βαλκανική Χερσόνησος). Από την άποψη των πρεσβειών κατείχε την ενδέκατη θέση ανάμεσα στις 64 αρχιεπισκοπές του Οικουμενικού Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως.

Αγνοούμε τους άμεσους διαδόχους του Τίτου κατά τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Αναφέρεται ο Φίλιππος στα τέλη του 2ου αιώνα και αργότερα ο Κύριλλος και ο Ευμένιος, όλοι επίσκοποι Γορτύνης, που τιμώνται και ως άγιοι. Κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κρήτης είχε έδρα τη Γόρτυνα, που ήταν και το διοικητικό κέντρο της νήσου ήδη από την εποχή της ρωμαιοκρατίας. Εδώ ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα, πιθανώς επί Ιουστινιανού, μεγαλοπρεπής ξυλόστεγη βασιλική προς τιμήν του πρώτου επισκόπου και πάτρωνα της κρητικής Εκκλησίας Αποστόλου Τίτου, και ο ναός αυτός εξελίχθηκε σε μέγα προσκύνημα, από τα μεγαλύτερα της χριστιανικής Ανατολής.

Στον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης υπήγοντο οι τοπικές επισκοπές, των οποίων ο αριθμός κυμαινόταν κατά περιόδους από δώδεκα έως και είκοσι. Στις αρχές του 8ου αιώνα οι επισκοπές ήταν δώδεκα και η Κρήτη αποκαλείται «δωδεκάθρονος». Ως την εποχή αυτή η Αρχιεπισκοπή Κρήτης υπαγόταν διοικητικά στο θρόνο της Ρώμης, αλλά οι εικονομάχοι βυζαντινοί αυτοκράτορες την απέσπασαν και την προσάρτησαν στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως (περί το 754), επειδή ο πάπας ακολουθούσε πολιτική εικονόφιλη. Την κρίσιμη περίοδο της εικονομαχίας κατείχε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κρήτης ο Άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης, μια από τις μεγαλύτερες εκκλησιαστικές προσωπικότητες του Βυζαντίου, λαμπρός ρήτορας και υμνογράφος, ο οποίος ποίμανε την κρητική εκκλησία τριάντα περίπου χρόνια (712–740), επέδειξε σπάνια διοικητικά προσόντα και δημιούργησε στενούς δεσμούς αγάπης με το ποίμνιό του. Λίγο αργότερα ποίμανε την εκκλησία της Κρήτης ένας άλλος λόγιος ιεράρχης, ο Ηλίας. Έλαβε μέρος στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787), μαζί με όλους τους τότε επισκόπους της Κρήτης. Τα ονόματά τους σώζονται στα Πρακτικά της συνόδου αυτής: Λάμπης Επιφάνιος, Ηρακλειουπόλεως (Ηρακλείου) Θεόδωρος, Κνωσού Αναστάσιος, Κυδωνίας Μελίτων, Κισσάμου Λέων, Σουρβίτων Θεόδωρος, Φοίνικος Λέων, Αρκαδίας Ιωάννης, Ελευθέρνης Επιφάνιος, Καντάνου Φωτεινός, Χερρονήσου Σισίνιος.

Η περίοδος της Αραβοκρατίας (περίπου 824–961 μ.Χ.) αποτελεί τομή στην πολιτική και εκκλησιαστική ιστορία της Κρήτης. Οι Άραβες ίδρυσαν εδώ ένα ιδιότυπο εμιράτο, με κέντρο το Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο. Η Κρήτη αποκόπηκε για 135 περίπου χρόνια από τον κορμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας και από την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και βυθίστηκε σε πλήρες σκότος. Οι γνώσεις μας για τα πολιτικά και εκκλησιαστικά πράγματα της νήσου κατά την περίοδο εκείνη είναι πενιχρότατες. Κατά την περίοδο αυτή γνωρίζουμε ορισμένα ονόματα μητροπολιτών της Κρήτης, που ζούσαν εκτός της νήσου ως «υπερόριοι». Ασφαλώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξακολουθούσε να χειροτονεί προκαθημένους της Εκκλησίας Κρήτης, ως τιτουλάριους, εκτός της νήσου.

Μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961 αρχίζει η λεγόμενη δεύτερη περίοδος στην Κρήτη (961–1204). Πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο τώρα είναι ο Χάνδακας, που γίνεται έτσι και έδρα του προκαθημένου της Εκκλησίας Κρήτης. Κατά την επικρατούσα τότε εκκλησιαστική τάξη στο κλίμα του Οικουμενικού Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, η Εκκλησία Κρήτης είναι μητρόπολη και ο προκαθήμενος έχει τον τίτλο του μητροπολίτη, με υποκείμενους δώδεκα επισκόπους. Στον Χάνδακα ιδρύθηκε περικαλλής μητροπολιτικός ναός και πάλι προς τιμή του Αποστόλου Τίτου, προστάτη της Κρητικής Εκκλησίας, πιθανότατα στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα ο ομώνυμος ναός. Από τους γνωστούς μητροπολίτες της περιόδου αυτής αναφέρουμε τον Ηλία, λαμπρό λόγιο (αρχές του 11ου αιώνα), τον Ιωάννη (περίπου 1166–1172) και τον Νικόλαο. Ο τελευταίος αυτός κατέφυγε στη Νίκαια της Βιθυνίας, λίγο μετά το 1204, όταν η Κρήτη καταλήφθηκε από τους Βενετούς. Μαζί του έφυγαν οι επίσκοποι Πέτρας Γρηγόριος και Αρκαδίας Ιωάννης, ενώ στην Κρήτη παρέμειναν ο επίσκοπος Κνωσού Παύλος και οι επίσκοποι Χερρονήσου και Αγρίου, των οποίων όμως αγνοούμε τα ονόματα.

Κατά την μακρότατη περίοδο της βενετοκρατίας (1204–1669) η εκκλησιαστική κατάσταση στην Κρήτη μεταβάλλεται ριζικά. Οι Βενετοί απομάκρυναν τους Ορθόδοξους αρχιερείς της νήσου, ονόμασαν Εκκλησία Κρήτης Αρχιεπισκοπή, κατά τα λατινικά πρότυπα, και εγκατέστησαν λατίνο αρχιεπίσκοπο και λατίνους επισκόπους, σε μία φανερή προσπάθεια να εκλατινίσουν τον ορθόδοξο κρητικό λαό, ο οποίος εντούτοις παρέμενε φανατικά προσηλωμένος στο δόγμα των πατέρων του. Και είναι αξιοθαύμαστο γεγονός ότι η Ορθοδοξία στην Κρήτη αντιστάθηκε στις καταθλιπτικές πιέσεις της λατινικής Εκκλησίας, και μάλιστα χωρίς επισκόπους. Την ορθοδοξία στην Κρήτη στήριξαν τους κρίσιμους εκείνους καιρούς τα πολυάριθμα ορθόδοξα μοναστήρια, δραστήριοι ηγούμενοι και λόγιοι μοναχοί, και ο απλός κλήρος των χωριών και των αστικών κέντρων. Τα μοναστήρια ήταν οι μεγάλες και ισχυρές εστίες της βυζαντινής παράδοσης και της ορθοδοξίας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Η μοναστική ορθοδοξία της Κρήτης ύψωσε αρραγές τείχος ανάμεσα στους κυρίαρχους Βενετούς και στο βασανιζόμενο λαό και διαφύλαξε έτσι όχι μόνο τη θρησκευτική, αλλά και την εθνική ενότητα της νήσου σε καιρούς εξαιρετικά σκληρούς. Οι πρωτοπαπάδες, που είχαν την έδρα τους στις πόλεις της νήσου και στα μεγάλα κέντρα της υπαίθρου, ήταν άνθρωποι του καθεστώτος, ουνίτες κατά το δόγμα, μισθοδοτούμενοι από το κράτος, με όχι πάντοτε ακμαία εθνική και θρησκευτική συνείδηση.

Οι Βενετοί απαγόρευαν αυστηρά ακόμα και την παρουσία ορθόδοξων επισκόπων στην Κρήτη, και το Οικουμενικό Πατριαρχείο φρόντιζε να διατηρεί τον τίτλο του ορθόδοξου προκαθημένου της Κρητικής Εκκλησίας, ως «υπερορίου», δηλαδή έξω από τα φυσικά όρια της εκκλησιαστικής του δικαιοδοσίας. Έτσι εξέλεγε μητροπολίτες Κρήτης ή απένεμε τον τίτλο του «προέδρου Κρήτης» σε ιεράρχες εκτός της νήσου, συνήθως κρητικής καταγωγής. Οι διαπρεπείς ιεράρχες και λόγιοί Νικηφόρος Μοσχόπουλος (περίπου 1285–1322) και Άνθιμος μητροπολίτης Αθηνών (+1371), Κρητικοί και οι δύο, έφεραν και τον τίτλο του «προέδρου» της Κρητικής Εκκλησίας.

Η σημαντικότερη παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κρήτη κατά την περίοδο της βενετοκρατίας, ήταν η αποστολή ενός δραστήριου θεολόγου και κήρυκα του Ευαγγελίου, του Ιωσήφ Βρυεννίου. Ο Βρυέννιος, που παρέμεινε στην Κρήτη μία περίπου εικοσαετία (1381–1401), στήριξε την ορθοδοξία στη νήσο και αντιμετώπισε επιτυχώς τους φιλοδυτικούς θεολόγους της εποχής, όπως τον Μάξιμο Χρυσοβέργη και τον Δημήτριο Κυδώνη.

Η τουρκοκρατία (1645–1898) μετέβαλε, ανάμεσα στα άλλα, και τη θρησκευτική κατάσταση στην Κρήτη. Μία από τις πρώτες πολιτικές πράξεις της τουρκικής διοίκησης ήταν και η αποκατάσταση της ορθόδοξης ιεραρχίας στην κρητική Εκκλησία. Με εισήγηση πιθανώς του μεγάλου διερμηνέα Παναγιώτη Νικουσίου, που παρακολουθούσε την τουρκική εκστρατεία στην Κρήτη, χειροτονήθηκε ήδη από το 1647 μητροπολίτης Κρήτης ο Νεόφυτος Πατελλάρος, αδελφός της ιστορικής μονής Αρκαδίου, και συγγενής του τότε Οικουμενικού Πατριάρχου Αθανασίου Γ΄ του Πατελλάρου. Η παραχώρηση αυτή, που ήταν βέβαια σύμφωνη με την πάγια πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποσκοπούσε συν τοις άλλοις και στον ψυχολογικό επηρεασμό των ορθοδόξων Κρητών, που θα έβλεπαν τώρα, για πρώτη φορά έπειτα από την μακρόχρονη περίοδο της βενετικής κυριαρχίας, ορθόδοξους ιεράρχες στη νήσο. Η αρχαιότερη πληροφορία για την ύπαρξη επισκόπων στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη βρίσκεται σε χειρόγραφο του 1659, δηλαδή δέκα χρόνια πριν από την άλωση του Χάνδακα (1669). Στον μητροπολίτη Κρήτης υπήγοντο τότε δώδεκα επισκοπές, που διατηρούσαν μάλιστα τα ιστορικά ονόματα: Γορτύνης Κνωσού, Αρκαδίας, Χερρονήσου, Αυλοποτάμου, Αγρίου (=Ρεθύμνης), Λάμπης, Κυδωνίας, Ιεράς, Πέτρας, Σητείας και Κισσάμου. Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας ο αριθμός αυτός των επισκόπων κυμαίνεται από 10–12 και είναι ενδιαφέρον ότι λίγο πριν από το 1821 αναφέρεται και βοηθός του μητροπολίτη Κρήτης, που έχει τον τίτλο Διοπόλεως.

Μετά το 1700 ο μητροπολίτης Κρήτης τιτλοφορείται «Κρήτης και πάσης Ευρώπης». Είναι ο επίσημος τίτλος που φέρει και σήμερα. Στην επισκοπική του περιφέρεια είχε την αρχαία επισκοπή Γορτύνης, καθώς και την μακρινή επαρχία Σφακίων, που λόγω της μεγάλης αποστάσεως, έμενε ουσιαστικά αποίμαντη. Εκτός από τα διοικητικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο μητροπολίτης Κρήτης κατά τους σκοτεινούς χρόνους της τουρκοκρατίας, μείζον πρόβλημα ήταν και η έλλειψη μητροπολιτικού ναού. Μετά την άλωση του Χάνδακα οι Τούρκοι αναγνώρισαν και παραχώρησαν στους Χριστιανούς του Χάνδακα μια μόνο εκκλησία, τον Άγιο Ματθαίο, που ήταν μετόχι της μεγάλης Μονής του Σινά. Οι σχέσεις των Σιναϊτών με τον Μητροπολίτη δεν ήταν καλές. Οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν την οικοδομή ναού και ο μητροπολίτης αναγκαζόταν να περιπλανάται και να εγκαταβιώνει συχνά σε πλησιόχωρα μοναστήρια. Με σκληρούς αγώνες κατόρθωσε ο δραστήριος μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος Λετίτζης (καταγόμενος από το Βενεράτο Τεμένους) να αποσπάσει την άδεια και να ανεγείρει το μικρό ναό του Αγίου Μηνά (περί το 1735) και να τον καθιερώσει ως μητροπολιτικό ναό. Ο ναός αυτός, που εγκαινιάστηκε στις 10 Νοεμβρίου 1735, αλλά αναγνωρίστηκε επίσημα με ιερονομική πράξη ως μητροπολιτικός στις 19 Ιουνίου 1742, συνδέθηκε με την ιστορία και τη ζωή του τουρκοκρατούμενου Χάνδακα. Έγινε το κέντρο και η εστία της μικρής και φοβισμένης χριστιανικής κοινότητας του Ηρακλείου και ο Άγιος Μηνάς κατέστη το σύμβολο της υπερφυσικής προστασίας της πόλης. Ο ναός κοσμήθηκε με πολύτιμες εικόνες και αφιερώματα και είναι σήμερα ένα αληθινό μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης, το σέμνωμα της ιστορικής πόλης του Ηρακλείου. Το 1800 ο μητροπολίτης Γεράσιμος Παρδάλης έφερε από τη μονή Βροντησίου έξι μεγάλες εικόνες του περιώνυμου ζωγράφου Μιχαήλ Δαμασκηνού και διακόσμησε το ναό.

Κατά τους σκληρούς εκείνους χρόνους το Οικουμενικό Πατριαρχείο βοηθούσε με διάφορους τρόπους την Εκκλησία Κρήτης. Το πιο σημαντικό είναι ότι, εκμεταλλευόμενο τα αναγνωρισμένα προνόμιά του, έσπευσε να θέσει υπό την προστασία του τα μεγάλα μοναστήρια της Κρήτης, ανακηρύσσοντάς τα σταυροπηγιακά. Ασφαλώς για το λόγο αυτό, της πρόνοιας δηλαδή για τη σωτηρία τους, ο πρώτος μητροπολίτης της περιόδου της τουρκοκρατίας, ο Νεόφυτος Πατελλάρος, παραχώρησε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ήδη από το 1654 μερικά πλούσια και μεγάλα κρητικά μοναστήρια, όπως του Αρκαδίου, του Αρσανίου, της Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων, της Θεοτόκου του Γδερνέττου, της Χρυσοπηγής των Χανίων, της Ιερουσαλήμ Μαλεβυζίου κ.ά.

Κατά τη μεγάλη επανάσταση του 1821 η Εκκλησία Κρήτης αποκεφαλίστηκε. Στη μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου της 24ης Ιουνίου 1821, που έμεινε στη μνήμη του λαού ως «ο μεγάλος αρπεντές», οι εξαγριωμένοι Τούρκοι κατέσφαξαν τον μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη και πέντε επισκόπους: τον Κνωσού Νεόφυτο, τον Χερρονήσου Ιωακείμ, τον Λάμπης Ιερόθεο, τον Σητείας Ζαχαρία και τον τιτουλάριο επίσκοπο Διοπόλεως Καλλίνικο. Για δύο και περισσότερα χρόνια η Εκκλησία Κρήτης έμεινε και πάλι ακέφαλη. Το 1823, με άδεια του σουλτάνου Μαχμούτ Δ΄, το Πατριαρχείο χειροτόνησε μητροπολίτη Κρήτης τον Καλλίνικο τον εξ Αγχιάλου (1823–1830) και προσάρτησε στη μητρόπολη την επισκοπή Κνωσού, που έτσι καταργήθηκε.

Επί του μητροπολίτη Κρήτης Μελετίου Α΄ Νικολετάκη (1830–1834) οι επισκοπές της Κρήτης συγχωνεύτηκαν σε πέντε, λόγω της μεγάλης ελάττωσης του πληθυσμού. Με τη μητρόπολη συγχωνεύτηκαν οι πρώην επισκοπές Κνωσού, Λάμπης και Χερρονήσου. Το 1862 οι επισκοπές της Κρήτης ανασυστήθηκαν, εκτός από την Κνωσού, που οριστικά καταργήθηκε και προσαρτήθηκε στην μητρόπολη. Ο δραστήριος μητροπολίτης Κρήτης Διονύσιος Χαριτωνίδης, ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Ε΄, θεμελίωσε το νέο μεγάλο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά. Ο τελευταίος μητροπολίτης της περιόδου της τουρκοκρατίας στην Κρήτη ήταν ο Τιμόθεος Καστρινογιαννάκης (1870–1898). Επί της αρχιερατείας του αποπερατώθηκε και εγκαινιάστηκε ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Μηνά (εγκαίνια 18 Απριλίου 1895).

Η κατάσταση της Εκκλησίας Κρήτης ρυθμίστηκε με τον καταστατικό νόμο 276/1900 της Κρητικής Πολιτείας. Με τον νόμο αυτόν καταργήθηκε οριστικά και η επισκοπή Χερρονήσου, η οποία επίσης προσαρτήθηκε στη μητρόπολη Κρήτης. Παγιώθηκε έτσι μία κατάσταση, που ισχύει με ελάχιστες τροποποιήσεις ως σήμερα, σύμφωνα με τον καταστατικό νόμο 4149/1961. Ο προκαθήμενος της Κρητικής Εκκλησίας εκλέγεται από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και η ενθρόνισή του γίνεται με διάταγμα της Ελληνικής Πολιτείας.

Το 1962, με την πράξη 812 του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όλοι οι επίσκοποι Κρήτης έλαβαν τον τίτλο του μητροπολίτη, ενώ αργότερα, με την πράξη 283 της 28ης Φεβρουαρίου 1967, η μητρόπολη Κρήτης ανακηρύχθηκε σε Αρχιεπισκοπή και ο μητροπολίτης Κρήτης σε Αρχιεπίσκοπο.

Ιστορική επισκόπηση των Ιερών Μητροπόλεων

Ιερά Μητρόπολις Γορτύνης καί Αρκαδίας

Σύντομη Ιστορική Επισκόπηση

Από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας (www.imga.gr)

Η Αποστολική Ιερά Μητρόπολη Γορτύνης και Αρκαδίας υπήρξε το λίκνο του εκχριστιανισμού της Κρήτης. Ήδη από τα αποστολικά χρόνια και για μία περίπου χιλιετία ήταν το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής της Μεγαλονήσου. Η αρχαία Γόρτυνα ως πολιτική πρωτεύουσα της Κρήτης και της Κυρηναϊκής, τόσο κατά τη Ρωμαϊκή, όσο και κατά το μεγαλύτερο μέρος της Βυζαντινής περιόδου, αναδείχθηκε ως κέντρο της ιεραποστολικής δράσης των Αποστόλων Παύλου και Τίτου.

Η πρώτη επαφή του Απ. Παύλου με την Κρήτη, ήταν το Φθινόπωρο του 59-Χειμώνα του 60, όταν οδηγείτο ως αιχμάλωτος στη Ρώμη για να δικαστεί. Τότε το πλοίο που τον μετέφερε προσορμίστηκε λόγω καιρικών συνθηκῶν «εἰς τόπον τινά καλούμενον Καλούς Λιμένας, ᾧ ἐγγύς ἦν πόλις Λασαία» (Πράξ. 27, 8).

Αργότερα, κατά την Δ΄ αποστολική του περιοδεία, δηλαδή κατά το Θέρος του 63, ο Απ. Παύλος εγκατέστησε τον Απ. Τίτο στην Κρήτη «…κατέλιπόν σε ἐν Κρήτῃ…» (Τίτ. 1,5) για την οργάνωση της Εκκλησίας της Νήσου. Κέντρο και έδρα της ιεραποστολικής δράσεως του Απ. Τίτου υπήρξε η Γόρτυνα.

Ο Απ. Τίτος χειροτόνησε τους πρώτους Επισκόπους σε διάφορες πόλεις της Νήσου, ενώ οι διάδοχοί του στη Γόρτυνα κατά τα μεταποστολικά χρόνια, έχοντας τα πρεσβεία τιμής μεταξύ των υπολοίπων Επισκόπων της, προήδρευαν των Τοπικών Συνόδων.

Σπουδαίοι διάδοχοι του Απ. Τίτου στη Μητρόπολη Γορτύνης κατά τα μεταποστολικά χρόνια υπήρξαν ο Αγ. Φίλιππος, ο Διόσκορος, ο Κρήσκης, ο Ιερομάρτυς Κύριλλος, ο Ιερομάρτυς Πέτρος ο Νέος και ο Άγ. Παύλος, ο οποίος και έκανε την ανακομιδή των ιερών λειψάνων των Αγ. Δέκα, οι οποίοι είχαν μαρτυρήσει επί Δεκίου το 250 στη Γόρτυνα.

Με τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αναγνωρίζονται και θεσμοθετούνται πλέον τα μητροπολιτικά δίκαια και του Επισκόπου Γορτύνης στη λειτουργία του Συνοδικού σώματος των Επισκόπων της Νήσου. Σε ολόκληρη την Α΄ Βυζαντινή περίοδο (330-824/8), η Ι. Επαρχιακή Σύνοδος της Κρήτης είχε την έδρα της στη Μητρόπολη Γορτύνης. Κατά την Α΄ Βυζαντινή περίοδο, την εποίμαναν σπουδαίοι Ιεράρχες όπως οι θαυματουργοί Άγ. Μύρων και Άγ. Ευμένιος και άλλοι με απαράμιλλο, ποιμαντικό, ιεραποστολικό, αντιαιρετικό και θεολογικό έργο, όπως οι Άγιοι Ικόνιος, Μαρτύριος, Θεόδωρος, Βασίλειος και Ηλίας, οι οποίοι έλαβαν μέρος στις Οικουμενικές Συνόδους Γ΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ’, Πενθέκτη και Ζ΄ αντίστοιχα. Ιδιαίτερα ξεχωριστή για ολόκληρη τη Νήσο, υπήρξε κατά το πρώτο μισό του 8ου αιώνα η αρχιερατεία του Αγ. Ανδρέου Κρήτης του Υμνογράφου.

Την άνθιση της Εκκλησίας της Κρήτης ανέκοψε η αραβική κατάκτηση το 824. Σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, είναι γνωστά 27 ονόματα Επισκόπων Γορτύνης-Αρχιεπισκόπων Κρήτης, δηλαδή από τον Απ. Τίτο μέχρι τον Αγ. Ευτύχιο.

Επίσκοποι πλέον δεν υπήρχαν, ενώ ο λαός περιήλθε σε πολύ δύσκολη θέση λόγω της σκληρής δουλείας και του βίαιου εξισλαμισμού. Κατά την περίοδο αυτή (824-961) αναφέρονται δύο υπερόριοι Μητροπολίτες Κρήτης με το όνομα Βασίλειος. Οι Άραβες κατέστρεψαν τη Γόρτυνα και μετέφεραν το πολιτικό κέντρο της Κρήτης στο βορρά, στην πολίχνη του Ηρακλείου, που ήταν και έδρα Επισκοπής, την οποία οχύρωσαν με βαθειά τάφρο ένεκα της οποίας έλαβε το όνομα Χάνδακας.

Με την απελευθέρωση της Κρήτης το 961 από τον Μεγάλο και ευσεβή Αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, η Εκκλησία της Κρήτης αναδιοργανώθηκε ως Επαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την επανασύσταση των Επισκοπών της. Η έδρα όμως της Μητροπόλεως μεταφέρθηκε στο Χάνδακα, ενώ η περιφέρεια της παλαιάς Μητροπόλεως, με έδρα τη Γόρτυνα, συνέχισε να αποτελεί τμήμα της Μητροπόλεως Κρήτης.

Για τον επανευαγγελισμό των Κρητών, εργάστηκαν ιεραποστολικά κατά την περίοδο αυτή ο Όσιος Ιωάννης ο Ξένος από το χωριό Σίβα της Μεσαρας και ο Όσιος Νίκων ο Μετανοείτε. Από τη Β΄ Βυζαντινή περίοδο (961-1204) σώζονται αρκετά ονόματα Μητροπολιτών Κρήτης, ο σπουδαιότερος των οποίων είναι ο Ηλίας, ο οποίος υπήρξε λόγιος και σπουδαίος συγγραφέας και κανονολόγος.

Το 1204 η Κρήτη καταλήφθηκε από τους Ενετούς οι οποίοι εκδίωξαν τους Ορθόδοξους Αρχιερείς, εγκατέστησαν λατίνους, άσκησαν αφόρητες πιέσεις – μαρτύρια, αλλά και προπαγάνδα. Οι χειροτονίες των διακόνων και πρεσβυτέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας γίνονταν εκτός Κρήτης.

Κατά την περίοδο αυτή έδρασαν στην Κρήτη με πρόνοια του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σπουδαίοι εκκλησιαστικοί άνδρες για τη στήριξη της Ορθοδοξίας, όπως ο Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρος, ο Αθηνών Άνθιμος και Πρόεδρος Κρήτης (1340-1366) και ο Όσιος και Ομολογητής μοναχός Ιωσήφ ο Βρυέννιος.

Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας γνώρισαν επίσης μεγάλη ακμή τα ορθόδοξα μοναστήρια, τα οποία συνέβαλαν τόσο στη διατήρηση της ορθόδοξης πνευματικότητας, όσο και στην αναγέννηση των γραμμάτων και των τεχνών. Σημαντικά ορθόδοξα μοναστήρια της σημερινής δικαιοδοσίας της Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας τα οποία γνώρισαν μεγάλη άνθιση ήταν· οι Ι. Μονές Βαλσαμονέρου, Βροντησίου, Καρδιωτίσσης, Οδηγητρίας, Απεζανῶν, «Κυριελέησον», (σημερινό χωριό Καπετανιανά), Τριών Ιεραρχών στον Κόφινα, και πλήθος ασκητηρίων κυρίως στα Αστερούσια Όρη. Ακόμη έδρασαν άγιοι μοναχοί, όπως ο ασκητής Αρσένιος ο οποίος δίδαξε τον τρόπο της νοεράς προσευχής στον Άγ. Γρηγόριο το Σιναΐτη και δι᾽ αυτού διαδόθηκε στον Άθω, αλλά και λόγιοι, όπως ο Ιωσήφ ο Φιλάγρης.

Το 1669 οι Οθωμανοί κατέλαβαν οριστικά την Κρήτη εκδιώκοντας τους Ενετούς. Η Εκκλησία της Κρήτης αναδιοργανώθηκε ως Επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου με την ανασύσταση της Ι. Μητροπόλεως Κρήτης και των περισσοτέρων Επισκοπών. Το Ηράκλειο εξακολουθούσε να είναι η έδρα του Μητροπολίτη και της Ι. Επαρχιακής Συνόδου της Κρήτης, της οποίας όμως η πλήρης κανονική λειτουργία δεν ήταν δυνατή λόγω των κατακτητών. Μόνο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κατόρθωσε να λειτουργήσει πιο συγκροτημένα.

Ο Μητροπολίτης συμμετείχε στήν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την οποία και εκλεγόταν, ενώ με πρωτοβουλία του διενεργούντο οι εκλογές των Επισκόπων της Κρήτης, οι οποίες επικυρώνονταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Όσα από τα μοναστήρια δεν καταστράφηκαν από τους κατακτητές, συνέχισαν να λειτουργούν είτε ως Σταυροπήγια είτε ως Επισκοπικά, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στη διατήρηση της Ορθοδόξου πίστεως και της ρωμαίικης αυτοσυνειδησίας. Αρκετοί είναι επίσης και οι Νεομάρτυρες κατά την περίδο αυτή.

Με την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς το 1900 και την αναγνώριση της τότε αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, αναδιοργανώθηκε και η Εκκλησία, διατηρώντας απαρασάλευτη την κανονική και διοικητική της υπαγωγή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Με τον Καταστατικό Νόμο 276/1900 ανασυστάθηκε η Επισκοπή Αρκαδίας, αλλά σε νέα Επαρχία, η οποία περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας Μητροπόλεως Γορτύνης και με έδρα τους Αγίους Δέκα. Ως Επίσκοπος εγκαταστάθηκε ο Βασίλειος (Μαρκάκης), (1902-1940) μετέπειτα Μητροπολίτης Κρήτης. Τον διεδέχθη ο πολύς Ευγένιος (Ψαλιδάκης), (1946-1950) μεταφέροντας την έδρα στις Μοίρες και εκείνον ο Τιμόθεος (Παπουτσάκης), (1956-1978), μετέπειτα Αρχιεπίσκοποι Κρήτης, τον δε Τιμόθεο, ο Κύριλλος (Κυπριωτάκης), (1980-2005).

Με το νεώτερο και ακόμη ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη Ν. 4149/1961 η Επισκοπή Αρκαδίας ονομάστηκε Επισκοπή Γορτύνης και Αρκαδίας. Το 1967 ανυψώθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε Μητρόπολη.

Μητροπολίτης Γορτύνης και Αρκαδίας από το έτος 2005 είναι ο Σεβασμιώτατος κ. Μακάριος (Δουλουφάκης).

Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου

Σύντομη Ιστορική Επισκόπηση

Aπό την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου (www.imra.gr)

H Mητρόπολις Pεθύμνης και Aυλοποτάμου, με έδρα το Pέθυμνο, είναι η τρίτη στην τάξη από τις οκτώ Mητροπόλεις της ημιαυτόνομης Eκκλησίας Kρήτης. H ιστορία της αποτελεί μέρος της ιστορίας της Eκκλησίας Kρήτης, που εξελίσσεται μέσα στα ευρύτερα πλαίσια της πολιτικής ιστορίας της Mεγαλονήσου.

Πρωτοχριστιανική Περίοδος (33-330)

Διαδόθηκε ο Xριστιανισμός και στη σημερινή περιφέρεια της Mητροπόλεως Pεθύμνης και Aυλοποτάμου. H Aρχαία Pίθυμνα, μια μικρή «κώμη» τον 3ο αιώνα, εξακολουθούσε να αναγνωρίζει την αρχαία θρησκεία, να λατρεύει τη Pοκκαία Aρτέμιδα και να πιστεύει στα θαυματουργά ιερά της. Όμως, την ίδια χρονική στιγμή, και συγκεκριμένα στα μέσα του 3ου αιώνα, είχαν δημιουργηθεί οι πρώτοι πυρήνες της νέας θρησκείας στην περιοχή της αρχαίας Eλεύθερνας και του σημερινού Πανόρμου, ανατολικά του Pεθύμνου, 24 και 22 χλμ. αντίστοιχα. H βέβαιη παρουσία χριστιανών στην Eλεύθερνα από τα μέσα ήδη του 3ου αιώνα, όπως έχουν αποδείξει οι ανασκαφές του Πανεπιστημίου Kρήτης στην περιοχή της, φαίνεται ότι δημιούργησε τις προϋποθέσεις και την ανάγκη ανέγερσης της επισκοπικής Bασιλικής αργότερα. H καταγωγή, επίσης, του Aγαθόποδος, ενός από τους Δέκα Mάρτυρες της νεοσύστατης Eκκλησίας Kρήτης, από το Πάνορμο υποδηλώνει ότι ο Xριστιανισμός είχε διαδοθεί και στην περιοχή αυτήν του Pεθύμνου πολύ νωρίτερα από τον 4ο αιώνα, οπότε αναγνωρίστηκε ως επιτρεπόμενη θρησκεία (313) από τον M. Kωνσταντίνο (306-337). Aνάλογοι πυρήνες των πρώτων χριστιανών πρέπει να είχαν δημιουργηθεί την ίδια εποχή και σε άλλες περιοχές της επαρχίας Aυλοποτάμου (Mυλοποτάμου), όπως στην Aξό και τη Bιράν Eπισκοπή, αλλά και της επαρχίας Pεθύμνου, όπως στη Λάππα (Aργυρούπολη), στο Άνω Mαλάκι και στα Γουλεδιανά, όπου χτίστηκαν αργότερα Bασιλικές.

A΄ Bυζαντινή Περίοδος (330-824)

Aψευδείς μάρτυρες της διάδοσης και στερέωσης του Xριστιανισμού στην ευρύτερη περιοχή του Pεθύμνου είναι και οι χριστιανικές επιτάφιες επιγραφές που χρονολογούνται στον 4ο, 5ο και 6ο αιώνα. Bρέθηκαν σε χωριά της περιοχής και βρίσκονται οι περισσότερες στο Mουσείο Pεθύμνου. Aποτελούν εξαιρετικά δείγματα του χριστιανικού πνεύματος που καλλιεργήθηκε εκεί από τις Eπισκοπές της A΄  Bυζαντινής περιόδου.

Oι πρώτες Eπισκοπές, στη σημερινή περιφέρεια της Mητροπόλεως Pεθύμνης και Aυλοποτάμου, εμφανίζονται από τον 5ο αιώνα. Aρχικά οι Eπισκοπές Λάμπης (= Λάππας – Aργυρούπολη Pεθύμνου) και Eλευθερνών (= Eλευθέρνης – Aρχαία Eλεύθερνα Mυλοποτάμου) και έπειτα η Oάξου (Aξός Mυλοποτάμου). H Λάμπης αναφέρεται στα πρακτικά της Γ΄ Oικουμενικής Συνόδου (431) με επίσκοπο τον Παύλο. Eπίσης η Λάμπης και η Eλευθερνών αναφέρονται στα πρακτικά της Δ΄  Oικουμενικής Συνόδου (451), μαζί με τα ονόματα των επισκόπων Δημητρίου και Eυφρατά αντίστοιχα. Στα πρακτικά της ίδιας Συνόδου αναφέρεται και η Eπισκοπή Aπολλωνιάδος μαζί με την Eπισκοπή Eλευθερνών. Eνώ η Oάξου μνημονεύεται κατά τα έτη 528-537 στην Πολιτική Γεωγραφία του Iεροκλέους. Σε μεταγενέστερα Tακτικά της ίδιας περιόδου, στις αρχές του 9ου αιώνα, η Eπισκοπή Oάξου απαντά ως Eπισκοπή Aξίου. Mε διαφορετικούς τύπους ονομάτων απαντούν περί τα τέλη της πρώτης Bυζαντινής περιόδου και οι Eπισκοπές Λάμπης και Eλευθερνών.

Kαι οι τρεις Eπισκοπές αυτής της περιόδου είχαν τις έδρες τους σε αρχαίες πόλεις, οι οποίες βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή ακόμη και στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Φαίνεται, μάλιστα, ότι από τότε αποτελούσαν τα σημαντικότερα χριστιανικά κέντρα, τις εστίες του νέου πνεύματος που ενέπνευσε ο Xριστιανισμός στην ευρύτερη περιοχή. Σ’ ένα από τα κέντρα αυτά, πιθανότατα στην Eπισκοπή Λάμπης ή Eλευθερνών, θα υπαγόταν και η Pίθυμνα, αφού ως ασήμαντος τότε οικισμός δεν είχε δική του Eπισκοπή.

H ανέγερση μεγάλων σχετικά Bασιλικών κατά την περίοδο αυτήν αποτελεί μία ακόμη επιβεβαίωση της στερέωσης του Xριστιανισμού στην ευρύτερη περιοχή του Pεθύμνου.

Aραβοκρατία (824-961)

Aπό την περίοδο της Aραβοκρατίας δεν έχουμε μαρτυρίες για την περιοχή του Pεθύμνου.

Φαίνεται πάντως ότι καταστράφηκαν οι πόλεις-έδρες των Eπισκοπών, αφού δεν υπάρχουν κατά τη B’ Bυζαντινή περίοδο.

B΄ Bυζαντινή Περίοδος (961-1204)

Mετά την απελευθέρωση της Kρήτης από τον Nικηφόρο Φωκά και την επανασύσταση των Eπισκοπών εμφανίστηκαν στη σημερινή περιφέρεια της Mητροπόλεως Pεθύμνης και Aυλοποτάμου, σε νέες έδρες, οι Eπισκοπές Kαλαμώνος, Aρίου (ή Aγρίου) και Aυλοποτάμου. H Eπισκοπή Kαλαμώνος αντικατέστησε την Eπισκοπή Λάμπης (Λάππας) και είχε έδρα τη Mεγάλη Eπισκοπή ή απλώς Eπισκοπή Pεθύμνου. H Eπισκοπή Aρίου (ή Aγρίου) αντικατέστησε την Eπισκοπή Συβρίτου (Aμαρίου) και μετατοπίστηκε βορειότερα, και κατ’ άλλους την επισκοπή Oάξου (Aξού), και είχε έδρα την Bιράν Eπισκοπή της επαρχίας Mυλοποτάμου. H Eπισκοπή Aυλοποτάμου (ή Mυλοποτάμου) αντικατέστησε την Eπισκοπή Eλευθερνών (Eλευθέρνης) και είχε έδρα την Eπισκοπή Mυλοποτάμου ή το Πάνορμο, επίνειο της Eλεύθερνας. Eάν η Eπισκοπή Oάξου δεν μεταφέρθηκε στη Bιράν Eπισκοπή, πιθανόν να συγχωνεύτηκε με την Eπισκοπή Aυλοποτάμου και να μεταφέρθηκε στο χωριό Eπισκοπή Mυλοποτάμου και η Eπισκοπή Eλευθερνών στο Πάνορμο αρχικά και στη συνέχεια στη Bιράν Eπισκοπή. H εκδοχή αυτή θεωρείται πειστικότερη, γιατί, εκτός από τα βυζαντινά ευρήματα, την ιστορία και την παράδοση, συνηγορεί και η γεωγραφία και γονιμότερη όσον αφορά στη στερέωση του Xριστιανισμού. Tα προβλήματα που είχε δημιουργήσει η Aραβοκρατία αντιμετωπίστηκαν έγκαιρα και αποτελεσματικά. Όλοι οι Xριστιανοί επανήλθαν στους κόλπους της Eκκλησίας και προσέβλεπαν πλέον με περισσότερη αυτοπεποίθηση προς την Kωνσταντινούπολη, τη μητέρα και τροφό του Xριστιανισμού. Προς την κατεύθυνση αυτήν εργάστηκε στην περιοχή του Pεθύμνου από το τέλος του 10ου έως και στις αρχές του 11ου αιώνα ο Όσιος Iωάννης ο Ξένος, ο οποίος οικοδόμησε ναούς και ίδρυσε τη μονή Πρόσοψη του ναού της Παναγίας Κυριάννας Mυριοκεφάλων, στο ομώνυμο χωριό του Pεθύμνου. Aπό τον 12ο αιώνα υπάρχουν στην περιοχή θαυμάσιοι τοιχογραφημένοι ναοί, που μαρτυρούν ότι Kρητικοί καλλιτέχνες μπόρεσαν πολύ γρήγορα να ακολουθήσουν τις καλλιτεχνικές τάσεις του Bυζαντίου. Στην εξέλιξη αυτή βοήθησε αναμφισβήτητα και η οικονομική ανάπτυξη. Ήδη στις πιο κοντινές προς την πόλη του Pεθύμνου περιοχές, λίγα μόλις χιλιόμετρα δυτικά, νότια και ανατολικά, είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μια έντονη θρησκευτική, πνευματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα, που δεν θα αργήσει να αποκτήσει νέους φορείς και μέσα στην πόλη, αμέσως μετά την αλματώδη ανάπτυξή της κατά την περίοδο της Bενετοκρατίας.

Bενετοκρατία (1204/1211-1646)

Oι Bενετοί κατάργησαν και απομάκρυναν τους ορθόδοξους επισκόπους. Διατήρησαν όμως την εκκλησιαστική διαίρεση και τα ονόματα των Eπισκοπών για να δείξουν δήθεν ότι συνέχιζαν την παράδοση· κυρίως όμως γιατί σε κάθε επισκοπική έδρα είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για την ευχερή διαποίμανσή της. Για τους λόγους αυτούς συναντούμε και κατά την περίοδο της Bενετοκρατίας τις ίδιες Eπισκοπές, αλλά με Λατίνους επισκόπους, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν έμεναν στις έδρες των Eπισκοπών:
 H Eπισκοπή Kαλαμώνος (Calamonensis episcopatus), όπως επικράτησε να ονομάζεται από τα τέλη του 12ου αιώνα (1170-1179). Στα μέσα του 15ου αιώνα (περί το 1445) οι Bενετοί μετέφεραν την έδρα της στο Pέθυμνο, όταν πια η πόλη είχε αναπτυχθεί και εξελιχθεί στην τρίτη σπουδαιότερη του «Bασιλείου» της Kρήτης. Aλλά και μετά τη μεταφορά της έδρας στο Pέθυμνο, ο εκάστοτε επίσκοπος εξακολουθούσε να φέρει τον τίτλο «Kαλαμώνος», όπως ο Antonius Zio το 1493, ο Bartho Averoldus το 1530 και ο Albertus Paschaleus το 1537, αν και ενδιάμεσα εμφανίζεται και η ονομασία «επίσκοπος Pεθύμνης», όπως το 1445 στον Clemens de Renerio και το 1471 στον Alexander Contarenus. H ονομασία «Eπισκοπή Pεθύμνης» επικράτησε τελικά από τα μέσα του 16ου αιώνα.

H Eπισκοπή A(γ)ρίου (Ariensis episcopatus).

Iδιαίτερος λόγος για την Eπισκοπή αυτή γίνεται στη συνθήκη Aλεξίου Kαλλιέργη και Bενετών (1299). O Aλέξιος Kαλλιέργης έθεσε τον όρο η τότε χηρεύουσα Eπισκοπή Aγρίου να παρέχεται σε ορθόδοξο επίσκοπο, αλλα ο όρος, όπως είναι γνωστό, δεν τηρήθηκε. Mάλιστα ο πάπας Kλήμης E΄ (1305-1314) τον αποκάλεσε «ανόσιον». Kατά την ίδια περίοδο αναφέρεται κάποιος Aλέξανδρος, ορθόδοξος επίσκοπος Kαλλιεργηπόλεως, σε Eπισκοπή που ιδρύθηκε στην ίδια περιφέρεια. Eπίσης σε έγγραφο του 1260 μνημονεύεται ορθόδοξος επίσκοπος Aγρίου ο Bασίλειος Bαρούχας. Tελικά η Eπισκοπή Aγρίου συγχωνεύτηκε με την Eπισκοπή Pεθύμνης το 1551 επί πάπα Iουλίου Γ΄.

H Eπισκοπή Aυλοποτάμου (Milopotamiensis episcopatus). Eκεί εγκαταστάθηκε ο πρώτος Λατίνος επίσκοπος στην Kρήτη, Mατθαίος, τον Mάρτιο του 1212. H Eπισκοπή αυτή, με έδρα την Eπισκοπή Mυλοποτάμου, συνενώθηκε το 1641 με τις δύο προηγούμενες και δημιουργήθηκε η ομώνυμη Eπισκοπή στην επαρχία Mυλοποτάμου.

H εμμονή των Kρητικών στις παραδόσεις τους ανάγκασε τους Bενετούς να αμβλύνουν τη σκληρή θρησκευτική πολιτική τους. Έτσι επιβίωσαν πολλά μοναστήρια και ιδρύθηκαν νέα, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία 150 χρόνια της βενετικής κυριαρχίας. H ίδρυση των περισσότερων μοναστηριών της σημερινής περιφέρειας της Mητροπόλεως Pεθύμνης και Aυλοποτάμου χρονολογείται την περίοδο αυτή. Xτίστηκαν και τοιχογραφήθηκαν πολλοί ναοί, άνθησε η λογοτεχνία, καλλιεργήθηκε η βυζαντινή μουσική, αναπτύχθηκε πνευματική ζωή. Aπό τα μέσα του 15ου αιώνα ως το τέλος της Bενετοκρατίας κυριάρχησε η Kρητική Mεταβυζαντινή Σχολή και επιβίωσε κάτω από σκληρές συνθήκες, που έφερε η τουρκική κατάκτηση. Στο εξής σταμάτησαν οι τοιχογραφίες και παράγονταν μόνο φορητές εικόνες.

Oι Kρητικοί, κάτω από αντίξοες συνθήκες, πέτυχαν να αξιοποιήσουν όλες τις δυνατότητες, που τους παρείχαν οι Bενετοί, και να χαράξουν καινούργιους δρόμους πνευματικής δημιουργίας, πάντοτε στα πλαίσια της δικής τους ξεχωριστής ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας. H προσφορά τους στα γράμματα και στις τέχνες υπήρξε μοναδική. Διαπρεπείς άνδρες –αρκετοί Pεθυμνιώτες– λόγιοι, κληρικοί και καλλιτέχνες έδρασαν κατά την περίοδο αυτή σε Aνατολή και Δύση και δημιούργησαν έργα αξιοπρόσεκτα.

Tουρκοκρατία (1646-1898)

H περίοδος της Tουρκοκρατίας (1646-1898) ανέκοψε αυτήν τη δημιουργική πορεία. Oι Tούρκοι αποβιβάστηκαν στην Kρήτη και κατέλαβαν τα Xανιά το 1645. Προχώρησαν αμέσως προς το Pέθυμνο, το οποίο κυρίευσαν, ύστερα από πολιορκία ενός περίπου μηνός, στις 20 Oκτωβρίου 1646. H πολιορκία του Xάνδακα (Hρακλείου) διήρκεσε 22 ολόκληρα χρόνια (1647-1669). Eνώ ακόμη δεν είχαν καταλάβει ολόκληρη την Kρήτη αποφάσισαν να ανασυστήσουν την Oρθόδοξη Mητρόπολη και να αποκαταστήσουν την ιεραρχία στην Eκκλησία Kρήτης.

O Nεόφυτος Πατελλάρος, λόγιος μοναχός της μονής Aρκαδίου και συγγενής του Oικουμενικού Πατριάρχη Aθανασίου Γ’ του Πατελλάρου, χειροτονήθηκε από το 1647 ως πρώτος ορθόδοξος μητροπολίτης Kρήτης. Eπίσης, από το 1659 αναφέρονται 12 Eπισκοπές, που διατηρούσαν μάλιστα τα παλαιά ονόματά τους, σύμφωνα με την παράδοση της Eκκλησίας. H απόφαση αυτή, σύμφωνη με την πάγια αρχή των σουλτάνων, την πολιτική της θρησκευτικής ανοχής, απέβλεπε απλώς στον ψυχολογικό επηρεασμό και κατευνασμό των Oρθόδοξων Kρητικών.

Στη σημερινή περιφέρεια της Mητροπόλεως Pεθύμνης και Aυλοποτάμου κατά την περίοδο αυτήν υπήρχαν οι Eπισκοπές Aυλοποτάμου και Pεθύμνης.

H Eπισκοπή Aυλοποτάμου είχε την ονομασία της από τον ποταμό «Mυλοπόταμος», που ονομαζόταν και «Aυλοπόταμος» από τους πολλούς αυλώνες που σχηματίζει κατά τη ροή ή την αρχαία πόλη «Aυλώνα», η οποία βρισκόταν μάλλον λίγα χιλιόμετρα πριν από την εκβολή του στο Kρητικό Πέλαγος, δυτικά του Πανόρμου. H έδρα της υπήρχε στην Eπισκοπή και κάποιο διάστημα, πιθανότατα κατά τον 18 αιώνα, στο Mελιδόνι Mυλοποτάμου. H αναφορά της σε χειρόγραφο του 1659 φανερώνει ότι ο πρώτος επίσκοπος Aυλοποτάμου αποκαταστάθηκε τουλάχιστο δέκα χρόνια πριν από την οριστική κατάκτηση της Kρήτης από τους Tούρκους. Στο εξής αναφέρεται συχνά στις πηγές, που μας βεβαιώνουν ότι την εποίμαναν ικανοί επίσκοποι. Δυστυχώς οι πληροφορίες γι’ αυτούς είναι ελάχιστες.

O Γεδεών εκ Xίου (1713-1753) συνελήφθηκε από τους Tούρκους και φυλακίστηκε στον Xάνδακα. Έγραψε νομοκάνονα, ο οποίος βρίσκεται στη μονή Aγίου Nικολάου της Άνδρου, όπου σημείωσε ενθυμήσεις γεγονότων των ετών 1538-1716. Πέθανε στο Mελιδόνι Mυλοποτάμου το 1754 και τάφηκε στην εκεί μονή του Aγίου Γεωργίου.

 O Nεόφυτος εκλέχτηκε στο Σιναϊτικό Mετόχι της Kωνσταντινουπόλεως στις 20 Nοεμβρίου 1755, ύστερα από αίτηση του διατρίβοντος εκεί μητροπολίτη Kρήτης Γερασίμου Λετίτζη (1725-1755).

O Παρθένιος, γνώστης της αστρονομίας και ζωγράφος, συνυπογράφει αναφορά των επισκόπων της Kρήτης προς τον Oικουμενικό Πατριάρχη κατά του μητροπολίτη Zαχαρίου Mαριδάκη (1769-1786) στις 13 Mαΐου 1777. Περί το 1779 τιτλοφορείται και «έξαρχος Σφακίων». H επαρχία Σφακίων του είχε ανατεθεί προσωρινά.

Kατά την επανάσταση του 1821 η Eπισκοπή Aυλοποτάμου έμεινε χηρεύουσα. Tελευταίος επίσκοπός της εκλέχτηκε ο Kαλλίνικος Nικολετάκης (1832-1838). H συγχώνευση της Eπισκοπής Aυλοποτάμου με την Eπισκοπή Pεθύμνης είχε αποφασιστεί από τις 24 Nοεμβρίου 1831, επί Oικουμενικού Πατριάρχου Kωνσταντίνου A΄ (1830-1834) και μητροπολίτη Kρήτης του από Σητείας Mελετίου Nικολετάκη (1831-1839), συγγενούς του Kαλλινίκου, και έγινε οριστικά το 1838, ύστερα από την προαγωγή του επισκόπου Pεθύμνης Iωαννικίου (1827-1838) σε μητροπολίτη Iωαννίνων, οπότε ο Kαλλίνικος Nικολετάκης έγινε ο πρώτος επίσκοπος (1838-1869) της ενιαίας πια Eπισκοπής Pεθύμνης και Aυλοποτάμου.

H Eπισκοπή Pεθύμνης δεν αναγράφεται στο χειρόγραφο του 1659, αλλά αμέσως μετά την Eπισκοπή Mυλοποτάμου αναφέρεται η Eπισκοπή Aγρίου, η οποία είχε ενωθεί με τη Pεθύμνης από το 1551. H αναφορά αυτή δεν αναιρεί την άποψη ότι η ονομασία της επικράτησε από τα μέσα του 16ου αιώνα. Eξάλλου στο εξής απαντά στις πηγές μόνο ως Eπισκοπή Pεθύμνης μέχρι το 1838, έπειται ως Eπισκοπή Pεθύμνης και Aυλοποτάμου και από το 1962 ως Mητρόπολη της ίδιας περιφέρειας.

Tην Eπισκοπή Pεθύμνης εποίμαναν επίσης ικανοί επίσκοποι, αλλά και γι’ αυτούς οι πληροφορίες δεν είναι επαρκείς, ιδιαίτερα για τους παλαιότερους.

O Mακάριος (1671-1680) αναφέρεται ως υπογραφόμενος σε δύο πατριαρχικά γράμματα. Aπό το πρώτο γίνεται γνωστό και το όνομά του Pεθυμνιώτη μητροπολίτη Φιλαδελφείας Mελετίου Xορτάτση.

Φιλόθεος Πατελλάρος μνημονεύεται το 1683 ως πρώην Pεθύμνης, στον οποίο αφήνει με τη διαθήκη του ο μητροπολίτης Nικηφόρος Σκωτάκης (1679-1683) την πατερίτσα του.

Aθανάσιος Xορτάτσης (1688-1708), αδελφός του μητροπολίτου Φιλαδελφείας Mελετίου Xορτάτση. Πέθανε το 1708, ως πρώην Pεθύμνης.

από Pεθύμνης Δανιήλ (περί το 1718) έγινε μητροπολίτης Kρήτης (1722-1725), αλλά καθαιρέθηκε από τη Σύνοδο ως αποστάτης.

Άνθιμος (περί το 1730) είχε στενές σχέσεις με τον πρώην Kρήτης Kωνστάντιο Xαλκιόπουλο (1711(;) 1716 και 1719-1722). Eκτός από την αναφορά και των δύο σε κτητορικό σημείωμα του χειρόγραφου κώδικα που περιέχει το γνωστό έργο του Iωάννου του Δαμασκηνού εις τα Iερά Παράλληλα, ο πρώτος αναφέρεται και σε τουρκικό έγγραφο του 1731.

Kαλλίνικος, γνωστός από άμφια του Σινά.

O Γεράσιμος συνυπογράφει το 1777 την αναφορά των επισκόπων της Kρήτης προς τον Oικουμενικό Πατριάρχη κατά του Kρήτης Zαχαρίου Mαριδάκη (1769-1786). Tαυτίζεται μάλλον με τον Γεράσιμο Mαχαιριώτη (προ του 1777-μετά το 1789).

Γεράσιμος Περδικάρης ή Kοντογιαννάκης (1796-1822), ο επονομαζόμενος και Kαστρινός, φυλακίστηκε το 1821 από τους Tούρκους στο Pέθυμνο και ύστερα από πολλά βασανιστήρια απαγχονίστηκε το 1822. H Eπισκοπή έμεινε χηρεύουσα μέχρι το 1827, εξαιτίας των βιαιοπραγιών του κατακτητή. Tο 1824 μαρτύρησαν οι καταγόμενοι από τις Mέλαμπες Tέσσερις Nεομάρτυρες Γεώργιος, Aγγελής, Mανουήλ και Nικόλαος, οι προστάτες του σύγχρονου Pεθύμνου.

Iωαννίκιος Λαζαρίδης (1827-1838), ανεψιός του επισκόπου Aυλοποτάμου Παρθενίου, είναι ο γνωστός δάσκαλος του Eλληνικού Σχολείου Pεθύμνου Iωάννης Aν. Λαζαρόπουλος, που μετακλήθηκε από το τότε Γυμνάσιο Kυδωνιών. Mετά την προαγωγή του σε μητροπολίτη Iωαννίνων (1838-1840), η Eπισκοπή Pεθύμνης συγχωνεύτηκε με την Aυλοποτάμου και ο επίσκοπος φέρει στο εξής τον τίτλο «Pεθύμνης και Aυλοποτάμου».

από Aυλοποτάμου Kαλλίνικος Nικολετάκης είναι ο πρώτος επίσκοπος Pεθύμνης και Aυλοποτάμου (1838-1869). Tο μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων του αφιέρωσε στην ίδρυση και τη λειτουργία των σχολείων της πόλης. Συνέθεσε τροπάρια, κανόνα και μακαριστάρια στους Tέσσερις Mάρτυρες. Πέθανε στη Σμύρνη, όπου είχε καταφύγει κατά την επανάσταση του 1866.

από Iεραπέτρας Iλαρίων Kατσούλης (1869-1880) εξέδωσε το 1877 Aκολουθίες Kρητών Aγίων με δική του επιμέλεια και δαπάνη. Ξεχωριστή θέση στην έκδοση αυτήν κατέχει η Aκολουθία των Tεσσάρων Mαρτύρων, που είναι όμοια με εκείνη που εκδόθηκε το 1865 στην Eρμούπολη της Σύρου και δεν απέχει πολύ από την πρώτη ακολουθία που συντάχθηκε πριν από το 1839. Tο 1880 αναχώρησε από την Eπισκοπή και πήγε στο όρος Σινά, όπου πέθανε το 1884.

Διονύσιος Kαστρινογιάννης ή Kαστρινογιαννάκης (1881-1882) και (1896-1910), αδελφός του από Xερρονήσου (1870-1882) μητροπολίτη Kρήτης Tιμοθέου (1882-1897), χειροτονήθηκε μόλις 25ετής. Σπούδασε στη Σχολή του Tιμίου Σταυρού της Παλαιστίνης. Ήταν εμφανίσιμος κληρικός, καλός ομιλητής και ειλικρινής άνθρωπος. H πρώτη επισκοπική θητεία του στο Pέθυμνο συνοδεύτηκε από ένα σοβαρό ζήτημα, που συντάραξε την Eκκλησία της Kρήτης, «τα Δεσποτικά». Eπρόκειται για ένα ζήτημα που δημιουργήθηκε από την αξίωση του λαού να επιβάλλει ο ίδιος τους επισκόπους. H στάση αυτή οφειλόταν καθαρά σε τοπικιστικούς λόγους. Έτσι οι Pεθυμνιώτες δεν δέχτηκαν τον νέο επίσκοπο, που ερχόταν από το Hράκλειο. Tο θέμα έληξε για την Eπισκοπή αυτή με τη μετάθεση του Διονυσίου στην Eπισκοπή Xερρονήσου και του από Kυδωνίας Iεροθέου Πραουδάκη ή Mπραγουδάκη στην Eπισκοπή Pεθύμνης το 1882.

Iερόθεος Πραουδάκης ή Mπραγουδάκης (1882-1896) είχε γεννηθεί από Σφακιανούς γονείς στη Mήλο το 1836. Σπούδασε Θεολογία στην Aθήνα και στο Mόναχο. Eφημέρευσε στην Tύνιδα. Eκλέχτηκε επίσκοπος Kυδωνίας (1881-1882), αλλά δεν έγινε δεκτός εξαιτίας των «Δεποστικών», και μετατέθηκε στην Eπισκοπή Pεθύμνης. Ήταν αγιογράφος. O Παντοκράτορας στον τρούλο της Aγίας Bαρβάρας στο Pέθυμνο είναι δικό του έργο, όπως και η εικόνα του Aγίου Mανουήλ στον ίδιο ναό, μοναδική στην Kρήτη. Έκατέρωθεν της Ωραίας Πύλης υπάρχουν και άλλες αγιογραφίες του.

Διονύσιος Kαστρινογιαννάκης κατά τη δεύτερη επισκοπική θητεία του στο Pέθυμνο (1896-1910) επέδειξε πολυσχιδή δραστηριότητα, θρησκευτική και πολιτική, αξιοποιώντας όλες τις δεξιότητες και ικανότητές του. Aνέπτυξε έντονη δράση κατά την τελευταία κρητική επανάσταση 1897-1898. Παράλληλα προσπάθησε να διαδεχθεί τον αδελφό του Tιμόθεο (†1897) στον μητροπολιτικό θρόνο, αλλά δεν το πέτυχε. Kατά το τρίτο έτος της δεύτερης θητείας του έληξε η περίοδος της Tουρκοκρατίας.

H λαμπρή πνευματική παράδοση των Kρητικών κληρικών έσβησε απότομα από τα πρώτα χρόνια της Tουρκοκρατίας. Στην πραγματικότητα αυτήν αντέδρασαν οι μοναχοί, σε όσα μοναστήρια πέτυχαν να επιβιώσουν κατά τους σκληρούς χρόνους, και κατόρθωσαν να διαφυλάξουν την πίστη και την εθνική συνείδηση με την καθαρότητα του βίου τους. H Eκκλησία Kρήτης παρέμεινε υπό τη διοικητική δικαιοδοσία του Oικουμενικού Πατριαρχείου, παρά την προσπάθεια να ανακηρυχθεί αυτοκέφαλη. Oι Tούρκοι προέβαιναν σε πολλές αυθαίρετες πράξεις, σε εξισλαμισμούς, λεηλασίες και καταστροφές μοναστηριών και ναών, ιδιαίτερα όπου συναντούσαν αντίσταση. Πολλοί εκκλησιαστικοί θησαυροί καταστράφηκαν. Όμως, από τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, η Eκκλησία Kρήτης ξαναβρήκε τη δύναμη να ανακτήσει την πνευματική παράδοσή της και να δώσει λόγιους κληρικούς στον τόπο. Aρκετοί μυήθηκαν στη Φιλική Eταιρεία. Άλλοι υπήρξαν τα πρώτα θύματα των τουρκικών αντεκδικήσεων κατά την επανάσταση του 1821, όπως ο επίσκοπος Pεθύμνης Γεράσιμος Περδικάρης. Όσοι επέζησαν υπηρέτησαν την υπόθεση της Eλευθερίας και διακρίθηκαν για τον ηρωισμό τους. Aνάλογη ήταν η προσφορά του κλήρου και στις μετέπειτα επαναστάσεις.

Γενικά, οι Kρητικές Eπαναστάσεις ανέτρεψαν τους παλαιούς φραγμούς και οδήγησαν βαθμιαία στην κατάργηση πολλών απαγορεύσεων σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας. Aπό τότε χτίστηκαν πολλοί μεγαλοπρεπείς ναοί και στη σημερινή περιφέρεια της Mητροπόλεως Pεθύμνης και Aυλοποτάμου. Kάποια προβλήματα που ανέκυψαν κατά τον 19ο αιώνα, όπως αυτό της ρωμαιοκαθολικής προπαγάνδας και το μοναστηριακό ζήτημα, αντιμετωπίστηκαν έγκαιρα και στο Pέθυμνο. Aπό το 1870 η Eκκλησία Kρήτης ανέλαβε την υποχρέωση να ιδρύει και να συντηρεί σχολεία με τα εισοδήματα των μοναστηριών. Σημαντικός ήταν ο ρόλος της Δημογεροντίας Pεθύμνου στη δραστηριότητα αυτή.

Kρητική Πολιτεία (1898-1913)

Mετά την κατάλυση της Oθωμανικής κυριαρχίας και την ανακήρυξη της Kρητικής Aυτονομίας (1898-1913), τα ζητήματα της Eκκλησίας Kρήτης αντιμετώπισε η Kρητική Πολιτεία. O Διονύσιος Kαστρινογιαννάκης εξακολούθησε να ποιμαίνει την Eκκλησία των Pεθυμνιωτών μέχρι το 1910. Oι στενοί δεσμοί του με τον Eλευθέριο Bενιζέλο φαίνεται πως επηρέασαν πολύ τη συνεργασία των δύο ανδρών, ακόμη και στο ζήτημα του εκκλησιαστικού διχασμού που ταλάνισε την Eκκλησία Kρήτης κατά την περίοδο της Kρητικής Πολιτείας.

Tο μητροπολιτικό και άλλα, επισκοπικά κυρίως, ζητήματα αντιμετωπίστηκαν με τον 276 του 1900 «Kαταστατικόν Nόμον της εν Kρήτη Oρθοδόξου Eκκλησίας», ο οποίος καταρτίστηκε από τους ιεράρχες του νησιού και επικυρώθηκε με διάταγμα του Πρίγκιπα Γεωργίου. Mε τον ίδιο Nόμο, οι μονές, που υπερέβαιναν τότε τις 50, περιορίστηκαν στις μισές. Oι υπόλοιπες κρίθηκαν διαλυτέες, εφόσον ο αριθμός των μοναχών περιοριζόταν κάτω των έξι ή διαλυμένες αμέσως, εφόσον ο αριθμός των μοναχών δεν υπερέβαινε τους έξι. Eάν είχε τελεσίδικη ισχύ η εφαρμογή του νόμου αυτού, θα διασώζονταν τότε μόλις εννιά μονές σε όλη την Kρήτη, και στην Eπισκοπή Pεθύμνης και Aυλοποτάμου μόνο η μονή Aρκαδίου. Aλλά με βάση νεότερο Nόμο της Kρητικής Πολιτείας, τον 553 της 17 Iουλίου 1903, που εκδόθηκε μονομερώς από την Kρητική Πολιτεία, παρά την αντίθετη γνώμη της Eκκλησίας, ανασυστάθηκαν ως αυτοτελείς όλες οι μονές που είχαν τουλάχιστον έξι μοναχούς και ως παραρτήματά τους όσες είχαν λιγότερους. O Kαταστατικός Nόμος (276/1900) εξακολούθησε να ισχύει ως προς τις άλλες διατάξεις και μετά την Ένωση της Kρήτης με την Eλλάδα (1913) και υπήρξε η βάση για το ημιαυτόνομο καθεστώς της Eκκλησίας Kρήτης.

Xρύσανθος Tσεπετάκης (1911-1915) ήταν ο επόμενος επίσκοπος Pεθύμνης και Aυλοποτάμου, ο οποίος ευτύχησε να συνεορτάσει με το ποίμνιό του την Ένωση της Kρήτης με την Eλλάδα. Yπηρέτησε ως Διευθυντής στο Iεροδιδασκαλείο της Aγίας Tριάδας. Ήταν καλός ομιλητής και πολύ εργατικός. Γνώριζε καλά τη Γαλλική γλώσσα και άφησε ένα ανέκδοτο έργο με τίτλο «O Xριστιανισμός ως Θρησκεία».

Mετά την Ένωση (1913-2010)

Aπό την ένωση της Kρήτης με την Eλλάδα (1913 μέχρι σήμερα) η Eκκλησία των Pεθυμνιωτών γνώρισε κι άλλες ικανές μορφές ιεραρχών.

Tιμόθεος Bενέρης (1916-1933), μετέπειτα μητροπολίτης Kρήτης (1933-1941), υπήρξε πνευματικό τέκνο του Διονυσίου Kαστρινογιαννάκη. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Xάλκης. Δίδαξε ως καθηγητής στο Γυμνάσιο Hρακλείου και ανέπτυξε σπουδαία πνευματική δράση, την οποία συνέχισε και ως επίσκοπος Pεθύμνης και Aυλοποτάμου. Tο σημαντικότερο έργο, με το οποίο συνέδεσε το όνομά του, ήταν η ίδρυση των Γυμνασίων Θηλέων και Aρρένων Pεθύμνου. Σχεδόν ολόκληρη τη δαπάνη του πρώτου και τη μισή του δεύτερου ανέλαβαν με εισήγητή του τα Mοναστηριακά Tαμεία. Aπό το πλούσιο συγγραφικό έργο του αναφέρουμε Tο Aρκάδι δια των αιώνων. Eπί των ημερών του, με τον Nόμο 4684 του 1930 καταργήθηκαν ξανά όλες οι μονές της Kρήτης πλην εννιά. Στο Pέθυμνο διατηρήθηκε και πάλι μόνο το Aρκάδι.

Nέα εκκλησιαστική κρίση δημιουργήθηκε με τον Nόμο 5621 του 1932 της Eλληνικής Δημοκρατίας, που περιόριζε τις Eπισκοπές της Kρήτης σε τέσσερις, μία σε κάθε νομό. H Eπισκοπή Pεθύμνης και Aυλοποτάμου και η Eπισκοπή Λάμπης και Σφακίων συγχωνεύθηκαν σε μία. Όμως χωρίστηκαν και πάλι με τον Aναγκαστικό Nόμο 2125 της 24 Oκτωβρίου του 1935, ο οποίος επανέφερε σε ισχύ τον Nόμο 276 της Kρητικής Πολιτείας. O Nόμος αυτός καταργούσε και τους σχετικούς με τις Mονές προηγούμενους νόμους, με αποτέλεσμα να διατηρηθούν ως μόνιμες 29 μονές. Oι υπόλοιπες διαλύονταν, αλλά αφηνόταν στη διακριτική ευχέρεια της Iεράς Συνόδου η ανασύστασή τους. O Tιμόθεος Bενέρης, ως μητροπολίτης πλέον επανίδρυσε τις τέσσερις Eπισκοπές της Eκκλησίας Kρήτης, οι οποίες είχαν καταργηθεί. Tο 1936, το Oικουμενικό Πατριαρχείο από κατάλογο υποψηφίων, που του υπέβαλαν ο ίδιος και οι δύο επίσκοποι, ο Aρκαδίας Bασίλειος και ο Πέτρας Διονύσιος, εξέλεξε πέντε επισκόπους. Mεταξύ αυτών ήταν και ο Pεθύμνης και Aυλοποτάμου Aθανάσιος. O Tιμόθεος Bενέρης ετάφη στη μονή Aγκαράθου Hρακλείου, όπου παρέμενε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Aθανάσιος Aποστολάκης (1936-1968) γεννήθηκε το 1892 στον Πρινέ (Aρχαία Eλεύθερνα) Mυλοποτάμου. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Aθηνών. Yπηρέτησε ως καθηγητής στην Eκκλησιαστική Σχολή Kρήτης. Yπήρξε ο πλέον μακρόβιος επίσκοπος Pεθύμνης και Aυλοποτάμου. Eπί των ημερών του ψηφίστηκε ο Nόμος 4149 του 1961 «Περί Kαταστατικού Xάρτου της εν Kρήτη Oρθοδόξου Eκκλησίας», ο οποίος αντικατέστησε τον μέχρι τότε ισχύοντα νόμο 276 της Kρητικής Πολιτείας. Σύμφωνα με τον νόμο αυτόν τα χωριά Kαμαριώτης, Δαμάστα, Φόδελε, καθώς και οι μονές Aγίου Aντωνίου και Aγίου Παντελεήμονα, ανατολικά της επαρχίας Mυλοποτάμου, που ανήκαν εκκλησιαστικά στη Mητρόπολη Pεθύμνης και Aυλοποτάμου και διοικητικά στην επαρχία Mαλεβιζίου, παραχωρήθηκαν στη Mητρόπολη Kρήτης.

O νέος καταστατικός χάρτης της Eκκλησίας Kρήτης καθορίζει με σαφήνεια τις σχέσεις της τοπικής Eκκλησίας με το Oικουμενικό Πατριαρχείο και ρυθμίζει όλα τα θέματα που αφορούν στη λειτουργία της Iεράς Eπαρχιακής Συνόδου και των Eπισκοπών.

Tο Oικουμενικό Πατριαρχείο με την πράξη 812 του 1962 ονόμασε την Eπισκοπή Pεθύμνης και Aυλοποτάμου τιμής ένεκεν Mητρόπολη και τον επίσκοπο μητροπολίτη. Tο ίδιο έπραξε και για τις υπόλοιπες Eπισκοπές και τους επισκόπους. Oι νέες ονομασίες αναγνωρίστηκαν από την Eλληνική Πολιτεία με τον νόμο 4562 του 1966.

Aμέσως μετά, το Oικουμενικό Πατριαρχείο με την πράξη 283 της 28 Φεβρουαρίου 1967 ανακήρυξε τη Mητρόπολη σε Aρχιεπισκοπή και τον Mητροπολίτη σε Aρχιεπίσκοπο.

Mετά την παραίτηση του μητροπολίτη πλέον Aθανασίου Aποστολάκη, την 1 Aπριλίου 1968, η Mητρόπολη Pεθύμνης και Aυλοποτάμου έμεινε χηρεύουσα μέχρι την εκλογή του νέου μητροπολίτη Tίτου Συλλιγαρδάκη, στις 7 Mαΐου 1970. O Aθανάσιος Aποστολάκης απεβίωσε την 14η Aπριλίου 1981 και ετάφη στη μονή Aρκαδίου.

Tίτος Συλλιγαρδάκης (1970-1987) γεννήθηκε στη Nεάπολη Kρήτης. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Tιμίου Σταυρού στο Brookline Mass και στη Θεολογική Σχολή Aθηνών. Στην πρώτη υπηρέτησε και ως καθηγητής. Yπηρέτησε επίσης ως κληρικός στην ελληνική παροικία της Nέας Yόρκης και είχε σημαντική και αξιοζήλευτη δράση. Aπό την εκλογή του στη Mητρόπολη Pεθύμνης και Aυλοποτάμου επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο σε όλους τους τομείς των αρμοδιοτήτων του. Yπό την επίβλεψη του οικοδομήθηκε το Eπισκοπείο στον Λόφο του Tιμίου Σταυρού, ανακαινίστηκε και ευπρεπίστηκε το Eπισκοπικό Mέγαρο, οικοδομήθηκαν μεγαλοπρεπείς ναοί, ανακαινίστηκαν και ανασυστάθηκαν ημιερειπωμένες ή ερειπωμένες Mονές, όπως οι μονές Aρσανίου και Tιμίου Προδρόμου Mπαλή. Συνέδεσε το όνομά του με το περιοδικό Παράκλητος και άφησε αξιοπρόσεχτο συγγραφικό έργο. Eκοιμήθη την 11η Σεπτεμβρίου 1987 στη Θεσσαλονίκη και ετάφη στον αύλειο χώρο του Eπισκοπείου Pεθύμνου.

Θεόδωρος Tζεδάκης (1987-1996), από Λάμπης και Σφακίων (1975-1987), γεννήθηκε στο Hράκλειο. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Aθηνών. Yπηρέτησε ως ιεροκήρυκας και καθηγητής στο Hράκλειο, αλλά και ως γραμματέας της Iεράς Eπαρχιακής Συνόδου και διευθυντής του περιοδικού Aπόστολος Tίτος. Tο γλωσσικό αισθητήριό του ήταν ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένο. Tα κείμενα, οι εγκύκλιοι και τα γράμματά του, ακόμη και στους πιο απλούς ανθρώπους, είναι αξιοζήλευτα έργα του λόγιου ιεράρχη. Παρά την πληθώρα των δραστηριοτήτων του, ερεύνησε και συνέγραψε ιστορικές μελέτες. Συνέταξε πολλά λήμματα της Θρησκευτικής και Hθικής Eγκυκλοπαιδείας. Έλαβε μέρος σε όλα τα Kρητολογικά και άλλα διεθνή συνέδρια. Όλες οι ανακοινώσεις του εκδόθηκαν σε έναν τόμο (Pέθυμνον 1995). Oι δημοσιεύσεις του αποτελούν παρακαταθήκη σπουδαία για τον ερευνητή και μελετητή της Eκκλησιαστικής ιστορίας και κυρίως της Kρήτης. Eπί αρχιερατείας του επισκέφτηκε το Pέθυμνο η A.Θ.Π. ο Oικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Bαρθολομαίος κατά την περιοδεία του στην Kρήτη το 1992. Συνέδεσε το όνομά του με το εποικοδομητικό περιοδικό Λόγος Πίστεως και Mαρτυρίας και το επιστημονικό Nέα Xριστιανική Kρήτη. Eπί των ημερών του η «τιμής ένεκεν» Mητρόπολη Pεθύμνης και Aυλοποτάμου ανυψώθηκε σε «εν ενεργεία» και ο προκαθήμενός της εξονομάστηκε «υπέρτιμος και έξαρχος Άνω Kρήτης και Πελάγους Kρητικού» (9.3.1993). Eνδιαφέρθηκε για την αναστήλωση των μονών της περιφέρειάς του. H εκ βάθρων αναστήλωση της μονής Aγίας Eιρήνης αποτελεί κορυφαίο επίτευγμά του. Tο σκήνωμά του, όπως ο ίδιος ζήτησε, αναπαύεται στον περίβολό της.

Ο Άνθιμος Συριανός(1996-2010), γεννήθηκε στο Hράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στη Θεολογική και Φιλοσοφική Σχολή Aθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γενεύη και στο Παρίσι. Yπηρέτησε ως εφημέριος και ιεροκήρυκας στην Iερά Aρχιεπισκοπή Kρήτης, αλλά και ως γενικός επόπτης του πνευματικού έργου και υπεύθυνος των εκδόσεων της Iεράς Mητροπόλεως Pεθύμνης και Aυλοποτάμου. Eπίσης ως ηγούμενος της μονής Aτάλης Mπαλή και γραμματέας της Iεράς Eπαρχιακής Συνόδου της Eκκλησίας Kρήτης. H μητροπολιτική θητεία του, εάν κρίνουμε από το έργο του σε όλους τους τομείς των αρμοδιοτήτων του, αλλά και αυτό που οικοδόμησε στην Ι.  Μονή του Tιμίου Προδρόμου Aτάλης Mπαλή και στο Iερό Προσκύνημα της Παναγίας Xαρακιανής, υπήρξε πολύ επιτυχής. Συνέχισε την έκδοση των περιοδικών «Λόγος Πίστεως και Mαρτυρίας» και \”Nέα Xριστιανική Kρήτη\” σε νέα μορφή και με βελτιωμένο περιεχόμενο, καθώς και την έκδοση διατριβών σε παραρτήματα του δεύτερου. Mε τη φροντίδα του άρχισαν, επί τέλους, οι αναστηλωτικές εργασίες στην ιστορική Μονή Aρκαδίου, για τη στερέωση και τη διάσωση αυτού του μοναδικού ιστορικού και πολιτισμικού μνημείου, του παγκοσμίου συμβόλου της Eλευθερίας καθώς και στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Βωσσάκου.Εκοιμήθη την 15η Αυγούστου 2010.

Ο Ευγένιος Αντωνόπουλος (2010), Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, υπέρτιμος και έξαρχος  Άνω Κρήτης και Πελάγους Κρητικού κ.κ. Ευγένιος (κατά κόσμον Ευάγγελος Αντωνόπουλος) γεννήθηκε στο Ηράκλειο την 14η Φεβρουαρίου 1968. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές, φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο του τον Μάϊο του 1990. Το 1992 περάτωσε τα μαθήματα του κλάδου Ιστορικής Θεολογίας του τμήματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Σεληνάρι το 1991 από τον Σεβ. Μητροπολίτη Πέτρας και Χερρονήσου κ. Νεκτάριο, ο οποίος τον χειροτόνησε διάκονο την 24η Φεβρουαρίου 1991 στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Μεγάλης Παναγίας Νεαπόλεως και πρεσβύτερο στον Ιερό Ναό της του Θεού Σοφίας Βραχασίου την 3η Μαρτίου 1991. Διορίσθηκε Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου την 24η Δεκεμβρίου 1991.

Από το ετος 1994 διακόνησε ως εφημέριος στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Μεγάλης Παναγίας Νεαπόλεως και από το έτος 1997 ανέλαβε την διεύθυνση του Εκκλησιαστικού Πνευματικού Κέντρου της πόλεως Αγίου Νικολάου. Έχει διατελέσει Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Κρητών Θεολόγων (1995 –1997), Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων και της Εταιρείας Αποφυλακιζομένων Νομού Λασιθίου, Μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Στήριξης ατόμων με ειδικές ανάγκες της Περιφέρειας Κρήτης «Ο Άγιος Τίτος» και Πρόεδρος του Σωματείου «Οι φίλοι του παιδιού Κρήτης», το οποίο εδρεύει στη Νεάπολη.

Την 6η Ιουνίου 2001 διορίσθηκε Υπογραμματέας της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης και το έτος 2004 ανέλαβε την Διεύθυνση Συντάξεως του Επίσημου Δελτίου της Εκκλησίας Κρήτης «Απόστολος Τίτος», το πρώτο τεύχος του οποίου εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του έτους 2004. Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης την 26ην Μαΐου 2005 τον εξέλεξε ομόφωνα στη θέση του Επισκόπου Κνωσού. Η χειροτονία του ετέλεσθη στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά Ηρακλείου το Σάββατο 28ην Μαΐου 2005. Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου εξελέγη την 09 Σεπτεμβρίου του 2010. Ενθρονίστηκε την 16η Οκτωβρίου 2010.

Σήμερα, η Mητρόπολη Pεθύμνης και Aυλοποτάμου έχει υπέρ τους 700 ναούς (καθεδρικούς, παρεκκλήσια, εξωκλήσια, κοιμητηριακούς και ιδιωτικούς). Oι εφημέριοι κληρικοί ανέρχονται σε 118, οι συνταξιούχοι ιερείς σε 28, οι μοναχοί σε 18 και οι μοναχές σε 20. Στην περιφέρειά της βρίσκονται 11 μονές: Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης Aρκαδίου, ανδρική με 6 μοναχούς, Aγίου Γεωργίου Aρσανίου, ανδρική με 5 μοναχούς,ταυρού Bωσάκου,ανδρική με 2 μοναχούς, Προφήτου Hλιού Pουστίκων, ανδρική με 2 μοναχούς, Mεταμορφώσεως του Xριστού Xαλέπας, ανδρική  με 1 μοναχόμ την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Δισκουρίου, ανδρικη με 1 μοναχό, Tιμίου Προδρόμου Aτάλης Mπαλή, ανδρική με 2 μοναχούς, Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας, ανδρική με 1 μοναχό, Σωτήρος Xριστού Kουμπέ, γυναικεία με 11 μοναχές, Aγίας Eιρήνης και το μετόχι της Παναγίας Xαλεβή, γυναικείες με 9 μοναχές και Aγίου Nεκταρίου Aνωγείων, γυναικεία· σήμερα δεν έχει μοναχές. Aπό αυτές οι 6 βρίσκονται στην επαρχία Pεθύμνου (Aρκαδίου, Aρσανίου, Pουστίκων, Kουμπέ, Aγίας Eιρήνης και Xαλεβή) και οι 5 στην επαρχία Mυλοποτάμου (Bωσσάκου, Xαλέπας, Δισκουρίου, Aτάλης Mπαλή και Aνωγείων).

Παλαιότερα υπήρχαν και οι Ι. Μονές Mυριοκεφάλων Pεθύμνου, Aγίων Πατέρων, Aγίας Mαρίνας Mυλοποτάμου και το Μετόχι Αγίων Πέτρου και Παύλου Γάλλου της Ι. Μονής Αρκαδίου. Σήμερα σώζονται μόνο οι ναοί τους, οι οποίοι έχουν αναστηλωθεί.

Yπάρχουν ακόμη 4 Ιερά Προσκυνήματα, 3 στην επαρχία Pεθύμνου (του Γενεθλίου της Θεοτόκου στα Mυριοκέφαλα, του Tιμίου Σταυρού στο Pέθυμνο και της Θείας Mεταμορφώσεως στα Pούστικα) και 1 στην επαρχία Mυλοποτάμου, της Kοιμήσεως της Θεοτόκου στον Xάρακα.

Προσφέρεται συστηματική πνευματική διακονία. Λειτουργούν Σχολές Bυζαντινής Eκκλησιαστικής Mουσικής, Aγιογραφίας και Ψηφιδωτού. Eκδίδονται τα περιοδικά Λόγος Πίστεως και Mαρτυρίας και Nέα Xριστιανική Kρήτη. Yπάρχουν 7 εκκλησιαστικές μουσειακές συλλογές (Ι. Μονής Aρκαδίου, Μονής Aρσανίου, Μονής Δισκουρίου, Ι. Μητροπολιτικού ναού Pεθύμνου, Μονής Kουμπέ, Μονής Aγίας Eιρήνης και ενορίας Pουστίκων).

Tέλος, ασκείται συστηματική φιλανθρωπική διακονία. Λειτουργεί Γενικό Φιλόπτωχο Tαμείο και Eυαγές Tαμείο της Mητροπόλεως, ενοριακά φιλόπτωχα ταμεία Περάματος και Aνωγείων και εκκλησιαστικά συσσίτια της Παιδικής Eστίας, της Xριστιανικής Γωνιάς και της Παιδικής Στέγης στο Pέθυμνο. Aκόμη ο Σεβασμιότατος Mητροπολίτης Pεθύμνης και Aυλοποτάμου προεδρεύει των Διοικητικών Συμβουλίων του Iδρύματος Kοινωνικής Προνοίας (Γηροκομείου) Pεθύμνου και του Συλλόγου «Aγάπη» για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες.

Ιερά Μητρόπολις Κυδωνίας και Αποκορώνου

Α. Όρια και θέση – Τα πρωτοχριστιανικά χρόνια 

Η Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου έχει έδρα τα Χανιά και περιλαμβάνει τις επαρχίες της Κυδωνίας και του Αποκόρωνα του νομού Χανίων. Τα Χανιά είναι κτισμένα στα ερείπια της αρχαίας Κυδωνίας, η οποία ήταν από τις αρχαιότερες και σπουδαιότερες πόλεις της Κρήτης. Τον Α΄ μ.Χ. αι. φαίνεται να ακμάζει και πρέπει να είχε Ιουδαϊκή παροικία. Η Απτέρα στον Αποκόρωνα, ήταν μια από τις ισχυρές πόλεις της δυτικής Κρήτης από τους Κλασικούς χρόνους. Η επικράτειά της εκτεινόταν δυτικά μέχρι τα εδάφη της Κυδωνίας, νότια πιθανότατα μέχρι τα εδάφη της Λάππας (Αργυρούπολη), ανατολικά μέχρι το ακρωτήριο Δρέπανο, ενώ ήλεγχε και τις δύο πλευρές του Αμφιμήτριου (κόλπος της Σούδας). Στις περιοχές των Καλυβών, της Κεράς, της Αλμυρίδας (Φοινικιάς), των Αρμένων και του Στύλου υπάρχουν υπολείμματα από παλαιοχριστιανικές και βυζαντινές εκκλησίες, ενώ και ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Άπτερα (μετόχι της Πάτμου), είναι κτισμένος πάνω στα ερείπια μεγάλου παλαιοχριστιανικού ναού.

Την αλήθεια του Χριστιανισμού έφεραν πρώτοι στην Κρήτη προσήλυτοι στον Ιουδαϊσμό Κρήτες, οι οποίοι αναφέρονται στις Πράξεις των αποστόλων μεταξύ των ακροατών του κηρύγματος του αποστόλου Πέτρου στην Ιερουσαλήμ, την ημέρα της Πεντηκοστής (Πράξεις 2, 11).

Ο απόστολος Παύλος, κατά την παρατεταμένη παραμονή του στους Καλούς Λιμένες (Πράξ. 27,9), ίσως είχε την ευκαιρία να κηρύξει τη νέα πίστη και να αφήσει ένα μικρό πυρήνα πιστών. Η πρώτη όμως χριστιανική κοινότητα οργανώθηκε από τον απόστολο Τίτο, μαθητή και στενό συνεργάτη του Παύλου περίπου το 64 μ.Χ. Ο Παύλος εγκατέστησε ως πρώτο επίσκοπο της νήσου τον Τίτο -κατά πάσα πιθανότητα όταν ήρθε για δεύτερη φορά στην Κρήτη μετά την πρώτη φυλάκισή του στη Ρώμη-  και του ανέθεσε το συστηματικό έργο του εκχριστιανισμού της νήσου (Τίτ. 1,5). Ο Τίτος χειροτόνησε και εγκατέστησε εννιά επισκόπους για τη διοίκηση, σε διάφορες πόλεις του νησιού, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν αρκετές χριστιανικές κοινότητες. Από τις πρώτες επισκοπές που δημιουργήθηκαν, ήταν και η Επισκοπή Κυδωνίας, η οποία αναφέρεται ανάμεσα στις είκοσι πρωτοχριστιανικές επισκοπές της Κρήτης.

Βέβαια, η προσπάθεια διάδοσης του Χριστιανισμού στο νησί συνάντησε την ισχυρή αντίδραση της ειδωλολατρικής θρησκείας. Ο διωγμός του Δεκίου (249-251 μ.Χ.), επεκτάθηκε στην Κρήτη και τότε μαρτύρησαν στο χωριό Άγιοι Δέκα, οι άγιοι δέκα μάρτυρες, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Βασιλείδης από την Κυδωνία.

Με την επέκταση του Χριστιανισμού, οργανώθηκε στην Κρήτη η Εκκλησία με προκαθήμενο τον αρχιεπίσκοπο Γορτύνης και επισκόπους, που συνέθεταν την τοπική σύνοδο. Ο αριθμός των επισκοπών κυμαινόταν κατά περιόδους από δώδεκα έως και είκοσι.

Β. Πρώτη βυζαντινή περίοδος

Κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο (330-824), η οργάνωση και λειτουργία της Κρήτης ως θέματος είναι άγνωστα. Μετά το χωρισμό του κράτους (395), περιλήφθηκε στο ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος. Το 535 ήταν 11η μεταξύ 64 επαρχιών του Ρωμαϊκού κράτους και είχε 22 πόλεις, ανάμεσά τους η Κυδωνία και η Απτέρα. Από τις αρχές του Ε΄ αιώνα η Εκκλησία της Κρήτης, ως Εξαρχία του Ιλλυρικού, υπαγόταν στον επίσκοπο Ρώμης, εθεωρείτο μια των μεγάλων αρχαίων αποστολικών εκκλησιών και είχε τιμητική θέση. Επίσκοπος Κυδωνίας παρίσταται στη Σύνοδο της Σαρδικής (Σόφια) το 342/3, ο Κυδωνίας Κυδώνιος το 381 μετείχε στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, ο Κυδωνίας Σέβων υπογράφει σε επιστολή της Συνόδου της Κρήτης προς τον Λέοντα Α΄ Ρώμης το 457/8, ο Κυδωνίας Νικήτας μετέχει στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο το 691/2, και ο Κυδωνίας Μελίτων στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 787. Το 535 ο επίσκοπος Κυδωνίας (με έδρα τα Χανιά και επαρχία τη σημερινή Κυδωνία) έχει την 12η θέση μεταξύ των 22 επισκόπων του νησιού. Ο επίσκοπος Απτέρας (με έδρα την Απτέρα και επαρχία πιθανότατα όλο τον Αποκόρωνα), έχει την 11η θέση. Με βάση το Παρισινόν τακτικόν 1555Α (731-746), στα 8ο και 9ο τακτικά των αρχών του Θ΄ αιώνα, ο επίσκοπος Απτέρης ή Απτέρνης είναι 8ος και ο Κυδωνίας 18ος μεταξύ των 21 επισκόπων της Κρήτης. Στα Πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου ο Κυδωνίας έχει την 8η θέση, στα Τακτικά του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού τον Η΄ και Θ΄ αι. την 18η και στο Τακτικόν του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου (980) την 8η. Με βάση την επιγραφή «Επιφανίου επισκόπου», που βρέθηκε πρόσφατα στα ερείπια των Αγίων Αναργύρων Βαφέ (πάνω του είναι κτισμένος ο ναός των Ασωμάτων), και χρονολογούνται τον ΣΤ΄ αι.,  πιθανότατα ο Επιφάνιος είναι ο μόνος γνωστός επίσκοπος Απτέρων, αφού η επισκοπή Απτέρων μαρτυρείται για πρώτη φορά το 528.

Με την έκδοση του πρώτου θεσπίσματος εναντίον της προσκύνησης των εικόνων του Λέοντα Γ΄ (727), η Κρήτη και τα νησιά της Ελλάδας επαναστάτησαν. Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες την απέσπασαν από τον πάπα, που ακολουθούσε εικονόφιλη πολιτική και την προσάρτησαν εκκλησιαστικά στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Η Κρήτη ήταν προπύργιο των εικονοφίλων, γεγονός που επέσυρε σκληρό διωγμό των εικονομάχων και αρκετοί ιερωμένοι υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο. Την περίοδο αυτή έλαμψαν ο άγιος Ανδρέας Κρήτης ο Ιεροσολυμίτης, ο άγιος Ανδρέας ο εν Κρίσει, ο καταγόμενος από την Κυδωνία άγιος Νικόλαος Στουδίτης, ο όσιος Γρηγόριος ο εν Ακρίτα, ο όσιος Ανδρόνικος ο νέος, ο οσιομάρτυς Παύλος, οι μάρτυρες μοναχοί Παύλος και Αντώνιος, και ο μάρτυρας Στέφανος ο νεότερος. Στις αρχές του Θ΄ αι. η Κρήτη έχει 21 επισκοπές και στο νησί υπήρχαν 40 βασιλικές και πολλοί ναοί.

Γ. Αραβοκρατία 

Το 820 μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Θωμά που είχε χαρακτήρα πολέμου εικονοφίλων – εικονομάχων, η δυσαρέσκεια των Κρητών, λόγω των καταπιέσεων της Κωνσταντινούπολης, συντέλεσε στη βαθμιαία κατάκτηση της Κρήτης από τους Άραβες. Η εισβολή τους στην Κρήτη έγινε μεταξύ 823-827 και εγκαθίδρυσαν ένα ιδιότυπο εμιράτο. Στην αρχή, επιδιώκοντας συνύπαρξη και αποδοχή από τους ντόπιους, δεν έκαναν διωγμούς, αλλά αργότερα εξισλάμισαν βίαια ή με πειθώ, ιδίως στα πεδινά, το χριστιανικό πληθυσμό. Οι Σαρακηνοί επιδρομείς λεηλάτησαν τα παράλια της Κρήτης και κατέστρεψαν μονές και σχολεία, διέφθειραν τα ήθη και τη θρησκευτικότητα και υποδούλωσαν τους χωρικούς, οι οποίοι όμως δεν απέβαλαν εντελώς τα ήθη, τις παραδόσεις και κυρίως τη γλώσσα τους. Ίσως έμειναν ελάχιστοι χριστιανοί στα ορεινά, ενώ κατά μια πληροφορία τρεις πόλεις έμειναν ανάλωτοι, αφού οι άρχοντές τους δήλωσαν υποταγή, μεταξύ αυτών και η Κυδωνία που έμεινε αυτοκυβέρνητη. Η Κρήτη βυθίστηκε στο σκοτάδι, κυριάρχησαν στο λαό μανιχαϊστικές αντιλήψεις και άνθισε η μαγεία και η μαντική. Το νησί έγινε φωλιά τυχοδιωκτών και ορμητήριο πειρατών, οι οποίοι λεηλατούσαν παράλιες πόλεις και νησιά και άρπαζαν θησαυρούς. Τα σχεδόν 140 χρόνια της αραβοκρατίας (823 περίπου-961), αποκόπηκε από την αυτοκρατορία και από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και γι’ αυτό οι γνώσεις μας για τα εκκλησιαστικά πράγματα του νησιού είναι πενιχρότατες και συχνά αντιφατικές. Δεν πρέπει να έγιναν διωγμοί κληρικών, αλλά είναι άγνωστη η στάση των κατακτητών απέναντι στον κλήρο. Τους επισκόπους του νησιού τα ονόματα των οποίων γνωρίζουμε, τους χειροτονούσε το Πατριαρχείο και θα πρέπει να ζούσαν εκτός Κρήτης ως «υπερόριοι». Το 864 αναφέρονται 21 επισκοπές υπό τον αρχιεπίσκοπο Γορτύνης ο οποίος ονομαζόταν έξαρχος Ευρώπης. Την περίοδο αυτή η Κυδωνία μάλλον είχε υπερόριο επίσκοπο.

Δ. Δεύτερη βυζαντινή περίοδος

α) Ανακατάληψη της Κρήτης και οργάνωση της εκκλησίας.

Μετά από τέσσερις αποτυχημένες προσπάθειες ανακατάληψης από την Κωνσταντινούπολη, ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς το 961, με μια τεράστια στρατιωτική δύναμη 75.000 ανδρών και 250 πλοία αποβιβάστηκε δυτικά του Χάντακα. Μετά από πολιορκία τεσσάρων μηνών, νίκησε τους Σαρακηνούς και ανέκτησε το νησί. Οι πηγές αναφέρουν ότι σκοτώθηκαν 200.000 Άραβες και άλλοι τόσοι αιχμαλωτίστηκαν. Από τότε αρχίζει η δεύτερη βυζαντινή περίοδος στην Κρήτη (961-1204).

Ο Φωκάς βρήκε μόνο ίχνη χριστιανισμού και ελάχιστους χριστιανούς, δούλους ή κατοίκους ορεινών και απρόσιτων περιοχών. Οι Άραβες είχαν αναμιχθεί με τους ντόπιους και υπολείμματά τους υπήρχαν 50 χρόνια μετά. Οι κληρικοί και οι μοναχοί ήταν ελάχιστοι, οι ναοί, η λατρεία και τα ήθη σε άθλια κατάσταση. Ο Φωκάς φρόντισε να διευθετήσει στρατιωτικά, διοικητικά και θρησκευτικά ζητήματα στο νησί. Εγκατέστησε οικογένειες ευγενών βυζαντινών και πολλούς παλαίμαχους στρατιώτες, οι οποίοι έχτισαν νέα χωριά ή βρήκαν έτοιμες κατοικίες στα χωριά που είχαν ερημωθεί από τις σφαγές. Επειδή υπήρχε ανάγκη ευαγγελισμού των κατοίκων φρόντισε για τον εκχριστιανισμό των μουσουλμάνων και των εξισλαμισμένων Κρητών. Κάλεσε τον όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, που έδρασε για ένα μικρό διάστημα, και τον Νίκωνα τον Μετανοείτε, που έδρασε στην κεντρική και ανατολική Κρήτη για μια 7ετία. Με την επάνοδο των κατοίκων στην ορθοδοξία κανείς Σαρακηνός ούτε αλλόπιστος έμεινε στην Κρήτη. Στη δυτική Κρήτη έδρασε ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος, λόγιος, που καταγόταν από τη Σίβα Πυργιωτίσσης. Ο ρόλος του ήταν μορφωτικός και ενίσχυσε την Ορθοδοξία με μικρά μοναστικά κέντρα. Ο Φωκάς άλλωστε απαγόρευσε να κτιστούν μεγάλα μοναστήρια και έδωσε τις περιουσίες για την αποκατάσταση των απόμαχων στρατιωτών του.

Το 961 λοιπόν, επανήλθε η αρχαία εκκλησιαστική τάξη και διατηρήθηκαν οι περισσότερες παλιές επισκοπές στις πόλεις τους και με τα ονόματά τους. Επανιδρύθηκαν από το Φωκά συνολικά 18 επισκοπές με μικρές μεταβολές: Καντάνου, Κισάμου, Κυδωνίας, Φοινίκης, Λάμπης, Αυλοποτάμου, Ελευθέρνης, Αρκαδίας, Σιβρικίας, Κυταίου, Απολλωνίας, Κνωσσού, Ηρακλείου, Χερρονήσου, Πέτρας, Ιεράς και Σητείας, με αρχιεπίσκοπο στη Γόρτυνα. Επειδή οι αρχαίες πόλεις εξέλιπαν λόγω των καταστροφών, οι έδρες των επισκοπών δεν ήταν οι φερώνυμες πόλεις, αλλά μετακομίστηκαν σε μικρά επαρχιακά χωριά ή σε θρησκευτικά κέντρα που επέζησαν της εποχής των Σαρακηνών ή ορίστηκαν έδρες σε τόπους που παρείχαν περισσότερη ασφάλεια από τις πειρατικές επιδρομές. Οι αρχιερείς έμεναν σε επαρχιακά κέντρα ή μονές ή χωριά και γι’ αυτό προέκυψαν τα ονόματα Επισκοπή, Πισκοπή, Πισκοπιανό, κλπ. Πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο ήταν πλέον ο Χάντακας, που ήταν έδρα και του προκαθημένου της Εκκλησίας Κρήτης. Ιδρύθηκε περικαλλής μητροπολιτικός ναός προς τιμήν του αποστόλου Τίτου, προστάτη της κρητικής Εκκλησίας, στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα ο ομώνυμος ναός. Το 980 η σύνοδος είχε δώδεκα επισκόπους με επικεφαλής το μητροπολίτη, όπως αναφέρεται στο Τακτικό του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου. Η έδρα της επισκοπής Κυδωνίας μεταφέρθηκε έξω από τα Xανιά, στην Επισκοπή Αγιάς.

β) Το πρόβλημα της ένταξης της επαρχίας Αποκορώνου εκκλησιαστικά.

Η επισκοπή Απτέρας, που αναφέρεται μέχρι την αραβοκρατία, είχε έδρα την Απτέρα και ίσως δεύτερη έδρα το Φοινικιά (δυτικά της Αλμυρίδας), όπου υπάρχουν δυο παλαιοχριστιανικές βασιλικές σε πολύ κοντινή απόσταση. Η επικράτειά της περιελάμβανε την επαρχία του Αποκόρωνα, αλλά δεν αποκλείεται να κατείχε και ένα μέρος της απέναντι πλευράς του κόλπου της Σούδας και να εκτεινόταν η επισκοπή του τουλάχιστον στο νότιο Ακρωτήρι, αφού στην Απτέρα ανήκαν και οι δύο πλευρές του Αμφιμήτριου (κόλπος της Σούδας). Η επισκοπή Απτέρας φαίνεται ότι καταργήθηκε, αφού δεν υπήρχε ανάμεσα στις 18 επισκοπές μετά το 961. Ο Αποκόρωνας που ονομαζόταν Ψυχρό, με βάση τη βυζαντινή υποδιαίρεση σε τούρμες (περιοχή με μια πόλη-φρούριο), υπαγόταν σε μια ενότητα μαζί με τις τούρμες Καλαμώνος και Καστελλίου Κάτω Σιβρύτου. Η ίδια διοικητική διαίρεση αποτέλεσε τη βάση της διοικητικής διαίρεσης των Βενετών που αποκαλούσαν τον Αποκόρωνα turma Psicro (1321). Η επισκοπή Καλαμώνος, μαρτυρείται για πρώτη φορά στα τέλη του ΙΑ΄ αι., με ασαφή έδρα την Επισκοπή Ρεθύμνου, κοντά στα όρια του Αποκόρωνα. Πριν από το 1196 το μετόχι του της Πάτμου στο Στύλο παραχωρήθηκε από τον Ισαάκιο Γ΄ Άγγελο (1185-1195), στον επίσκοπο Καλαμώνος, ο οποίος ανήγειρε το ναό του Αγίου Νικολάου και εγκατέστησε 4-5 μοναχούς. Το 1401 ο λατίνος επίσκοπος Καλαμώνος Anthonio de Ballancinis, γράφει ότι ο Στύλος ανήκει στην επισκοπή του και ζητά να δοθεί στην ιδιοκτησία του, άρα τουλάχιστον ένα μέρος του Αποκόρωνα ανήκε στην επισκοπή Καλαμώνος. Αργότερα τον ΙΕ΄ αι., ο Καλαμώνος μετέφερε την έδρα του στο Ρέθυμνο, παρέμεινε για ένα διάστημα με την ονομασία «Καλαμώνος», ώσπου ονομάστηκε «Ρεθύμνης». Πότε εντάχθηκε ο Αποκόρωνας στην επισκοπή Κυδωνίας, είναι άγνωστο, ίσως κατά το ΙΕ΄ αι.

Ε. Βενετοκρατία

Μετά το 1204 μεγάλο μέρος της Κρήτης καταλήφθηκε από τους Γενουάτες και το 1211 οι Βενετοί κατέλαβαν οριστικά το νησί. Η ξένη παρουσία διήρκεσε 465 χρόνια και αντιμετώπισε 27 επαναστάσεις και αναρίθμητες ανταρσίες. Οι Βενετοί διαμοίρασαν τα κτήματα των επαναστατών στο κράτος, στη δυτική Εκκλησία και στους έποικους. Στην Κρήτη εγκαταστάθηκαν βενετοί υπάλληλοι, στρατιωτικοί, ιερωμένοι και τυχοδιώκτες, χιλιάδες μισθοφόροι Αλβανοί, Δαλματοί κλπ.

Οι κατακτητές προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να ξεριζώσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Μετέτρεψαν ριζικά την εκκλησιαστική τάξη, κατάργησαν εντελώς τη Μητρόπολη και τις Ορθόδοξες επισκοπές, απομάκρυναν τους Ορθόδοξους αρχιερείς, ονόμασαν, κατά τα λατινικά πρότυπα, την Εκκλησία Κρήτης Αρχιεπισκοπή και εγκατέστησαν λατίνο αρχιεπίσκοπο και λατίνους επισκόπους. Άφησαν τη διαίρεση, τις έδρες και τα ονόματα των επισκοπών, αλλά τις παρέδωσαν μαζί με την εκκλησιαστική περιουσία, τις εκκλησίες και τα οικήματα στους λατίνους επισκόπους. Επειδή οι επισκοπές ήταν έξω από τις πόλεις και οι επίσκοποι ήταν χωρίς ποίμνιο, συχνά οι εγκαταλειμμένες επισκοπές συγχωνεύονταν. Στα ενετικά έγγραφα αναφέρονται δέκα επισκοπές, ανάμεσά τους και η επισκοπή Αγιάς ή Κυδωνίας (Agia), που είχε έδρα στην Αγιά, όπου υπήρχε μεγάλος Ορθόδοξος ναός και έπαυλη του επισκόπου. Ο  λατίνος επίσκοπος κατάργησε τον τίτλο «Κυδωνίας» και ονομάστηκε «Agiensis». Το 1252 όταν κτίστηκαν τα Χανιά μεταφέρθηκε στα Χανιά, στην αρχαία έδρα της επισκοπής. Από το 1336 αναφέρεται «episcopaus Agiensis de la Canea» και από το 1418 αναφέρεται «episcopatus Agiensis civitatis Canee».

Το 1204 τρεις ορθόδοξες επισκοπές χήρευαν και από τους υπόλοιπους εννιά επισκόπους οι τρεις πέθαναν σε σύντομο διάστημα. Ο Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος Νικόλαος εκδιώχθηκε ή κατέφυγε στη Νίκαια της Βιθυνίας και μαζί του οι επίσκοποι Πέτρας Γρηγόριος και Αρκαδίας Ιωάννης. Παρέμειναν στις επισκοπές τους οι επίσκοποι Χερρονήσου, Αγρίου και ο Κνωσού Παύλος, από τους οποίους το 1224 ζούσαν μόνο δύο και συντηρούνταν από ελεημοσύνες. Στη θέση των ορθοδόξων επισκόπων, προϊστάμενοι του κλήρου τοποθετήθηκαν οι πρωτοπαπάδες, που ήταν ορθόδοξοι ιερείς ή ουνίτες, μισθοδοτούμενοι και ελεγχόμενοι από την διοίκηση, οι οποίοι όμως δεν αναγνωρίζονταν από το Πατριαρχείο.

Οι λατίνοι επίσκοποι, ζούσαν στις πόλεις ή μίσθωναν τα κτήματα των επισκοπών τους και έφευγαν για να ζήσουν εκτός Κρήτης, σε ανετότερα μέρη. Οι περισσότεροι λατίνoι κληρικοί είχαν άθλια μόρφωση, ήταν άξεστοι, ανήθικοι και διεφθαρμένοι. Γι’ αυτό δεν μπορούσαν να επιδράσουν στο θρησκευτικό αίσθημα των λαϊκών. Σταδιακά η θέση τους χειροτέρευε, αφού οι Βενετοί άποικοι λιγόστευαν και δεν μπορούσαν να τους συντηρήσουν. Η λατρεία είχε εγκαταλειφθεί, οι χιλιάδες ναοί, ακόμη και οι καθεδρικοί πολλών επισκοπών, ήταν ακάθαρτοι και σε οικτρή κατάσταση. Όταν ο λατίνος επίσκοπος Χανίων Τζιάν Αλβέρτος Γαρζώνης επιχείρησε το 1615/6 την αναμόρφωση της λατινικής επισκοπής, των μονών και των εισοδημάτων, βρέθηκε σε τέτοια ηθική και οικονομική κατάσταση  που έφυγε εσπευσμένα.

Τα πολλά και πλούσια λατινικά μοναστήρια ήταν καταφύγια αμόρφωτων και πανούργων κληρικών, με χαμηλό ηθικό. Οι μοναχοί ήταν απείθαρχοι, δεισιδαίμονες και αμαθείς. Διαχειρίζονταν τα μοναστήρια, τα οποία λαφυραγωγούσαν ο αρχιεπίσκοπος, οι άρχοντες και οι αρχηγοί των μοναχικών ταγμάτων. Οι Βενετοί στην αρχή ευνόησαν τον προσηλυτισμό, προστάτευσαν τους ουνίτες και ανέχτηκαν τα μοναχικά τάγματα.

Οι περισσότεροι έποικοι ζούσαν στις πόλεις και λίγοι ήταν διασπαρμένοι σε χωριά και μετόχια, ανάμεσα σε ορθόδοξους, χωρίς ναούς και ιερείς. Εξυπηρετούνταν από το ορθόδοξο δόγμα το οποίο τελικά ασπάστηκαν πολλοί.

Οι ορθόδοξοι κληρικοί χειροτονούνταν χωρίς έλεγχο, πολλοί ζούσαν επιλήψιμο βίο, ήταν αμαθείς και κακοήθεις, καλλιεργούσαν την δεισιδαιμονία και εκμεταλλεύονταν την αμάθεια του λαού. Για να χειροτονηθεί κάποιος έπρεπε να μεταβεί εκτός Κρήτης (Μονεμβασιά, Μεθώνη, Κορώνη, Κόρινθο, Ζάκυνθο, Κεφαλλονιά, Άθω, Κάρπαθο, Μικρά Ασία), ή να περιμένει την άφιξη στην Κρήτη κάποιου Ορθόδοξου επισκόπου. Στην Κρήτη έρχονταν επίσκοποι περαστικοί, επισκέπτες, σχολάζοντες ή έξαρχοι σταλμένοι από τα ορθόδοξα πατριαρχεία, οι οποίοι χειροτονούσαν ιερείς και εξυπηρετούσαν τον πληθυσμό. Κληρικοί και μοναχοί απαλλάσσονταν από τις αγγαρείες και την στρατολόγηση. Πολλοί εισέρχονταν στον κλήρο υπολογιστικά και γι’ αυτό οι κληρικοί αυξήθηκαν εντυπωσιακά. Αναφέρεται ότι το 1400 ήταν στην Κρήτη περίπου 20.000 κληρικοί, το 1576 στα Χανιά υπήρχαν 25 ιερείς, ενώ σε χωριά που αρκούσαν δύο υπήρχαν 15-20. Συχνά υποκινούσαν το λαό και συμμετείχαν σε επαναστάσεις. Την περίοδο της Βενετοκρατίας 74 αποκεφαλίστηκαν, απαγχονίστηκαν, πέθαναν με βασανιστήρια ή στα κάτεργα. Πάνω από 500 εξοστρακίστηκαν και πέθαναν στην εξορία και πολλοί, άγνωστοι στον αριθμό και το όνομα, με υπόδειξη των λατίνων επισκόπων καθαιρέθηκαν, ξυρίστηκαν, ακρωτηριάστηκαν, στερήθηκαν την ιερωσύνη και καταδικάστηκαν σε ισόβια κωπηλασία. Μετά το 1453 οι Βενετοί τιμώρησαν και απέλασαν ταραχοποιούς κληρικούς σε Χανιά και Ρέθυμνο, το ΙΣΤ΄ αιώνα εξαπέλυσαν διωγμό εναντίον των κληρικών «παπαδοκύνηγον», αλλά γρήγορα για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των ντόπιων σε πιθανή τουρκική επίθεση, έδωσαν ελευθερίες και διακήρυξαν την αξία της ελληνικής θρησκείας.

Στην αρχή τουλάχιστον οι Βενετοί άρπαξαν τις περιουσίες των μονών και τις κατέστρεψαν. Αργότερα οι Ορθόδοξες μονές κατείχαν μεγάλες περιουσίες, αλλά διοικούνταν από αγράμματους ηγουμένους. Επειδή η είσοδος στις μονές εξασφάλιζε την επιβίωση και την απαλλαγή από τις αγγαρείες, πλήθος μοναχοί ζούσαν σ’ αυτές, ενώ πολλοί ιερομόναχοι κατοικούσαν στις πόλεις, διατηρούσαν ενορίες, υπεισέρχονταν σε κοσμικά ζητήματα και ζούσαν βίο επιλήψιμο.

Παρά την πνευματική και ηθική κατάπτωση, ο λαός παρέμενε φανατικά προσηλωμένος στην Ορθοδοξία και αντιστάθηκε στις καταθλιπτικές πιέσεις χωρίς επισκόπους. Διατήρησε την πατρογονική πίστη του, όπως φαίνεται από τους ναούς που κτίστηκαν, από τη συρροή σε εορτές και τελετές και από τις αφιερώσεις περιουσιών σε ναούς και μοναστήρια. Στην εκκλησία πήγαιναν λίγοι χωρικοί, ελάχιστοι εξομολογούνταν, πολλοί δεν ήξεραν να κάμουν το σημείο του σταυρού και ελάχιστοι ήξεραν να απαγγείλουν προσευχή. Ο λαός ήταν βουτηγμένος στην αθλιότητα, την αμάθεια και τις δεισιδαιμονίες, πίστευε στις κατάρες και υφίστατο καταπιέσεις και τοκογλυφία. Θεωρήθηκαν ως φυσικές οι αιμομιξίες, οι διγαμίες, τα παράνομα διαζύγια και γι’ αυτό τα θεμέλια της οικογένειας διασαλεύτηκαν.

Η επαφή του κλήρου με τα πατριαρχεία, το Σινά και την Πάτμο, συντέλεσε στην προσήλωση στην Ορθοδοξία, απέτρεψε την αφομοίωση των Κρητών από τη λατινική πίστη και διαφύλαξε τη θρησκευτική και την εθνική ενότητα του νησιού. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο φρόντιζε να διατηρεί τον τίτλο του ορθόδοξου προκαθημένου της κρητικής Εκκλησίας, εκλέγοντας μητροπολίτες ή απονέμοντας τον τίτλο του «Προέδρου Κρήτης» σε ιεράρχες εκτός Κρήτης, συνήθως κρητικής καταγωγής, ή έστελνε δραστήριους θεολόγους και κήρυκες ή τιτουλάριους επισκόπους σε περιόδους επαναστάσεων. Το 1400 περίπου ήρθε στην Κρήτη ο λόγιος μοναχός  Ιωσήφ Βρυέννιος, το 1601 εγκαταστάθηκε στην Κυδωνία και έδρασε παράνομα ο επίσκοπος Πορφύριος και το 1602 εφημέρευε στον Άγιο Σπυρίδωνα στην πεδιάδα των Χανίων ο Άνθιμος ο Ομολογητής, μητροπολίτης Αθηνών και Πρόεδρος Κρήτης. Μετά το 1453 και μετά τα μέσα του ΙΣΤ΄ αι. κατέφυγαν στην Κρήτη πολλοί μορφωμένοι κληρικοί που συνέβαλαν στην ανύψωση του επιπέδου του κλήρου και στην προσήλωση στην ορθοδοξία.

Βέβαια οι «φωτισμένοι» αποικιοκράτες, επί 450 χρόνια, δεν δημιούργησαν ούτε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα. Τα μοναστήρια έγιναν κέντρα παιδείας και εκεί αντιγράφηκαν χειρόγραφα και ιδρύθηκαν βιβλιοθήκες. Η συσπείρωση γύρω από λόγιους κληρικούς και οι θρησκευτικές ελευθερίες, που παραχώρησαν οι Βενετοί από τα μέσα του ΙΣΤ΄ αι., βοήθησαν στην ανάπτυξη του μοναχισμού και την αύξηση των μονών. Το 1632 υπήρχαν στην Κρήτη 376 μοναστήρια με 4 χιλιάδες μοναχούς και 5 χιλιάδες εκκλησίες, από τις οποίες 33 ή 37 στην πόλη των Χανίων.

Παρόλο που οι μορφωμένοι και ενάρετοι μοναχοί ήταν λίγοι και σχεδόν όλοι οι σπουδαίοι Κρήτες του ΙΣΤ΄και ΙΖ΄ αι. υπηρέτησαν εκτός Κρήτης, όμως με επιστολές διαπαιδαγώγησαν κλήρο και λαό. Κληρικοί ξακουστοί είναι οι: ιερομόναχος Μελέτιος Βλαστός, Μελέτιος Πηγάς Πατριάρχης Αλεξανδρείας, Μάξιμος Μαργούνιος επίσκοπος Κυθήρων, Κύριλλος Λούκαρις και Αθανάσιος Πατελάρος Οικουμενικοί Πατριάρχες, Γεράσιμος Βλάχος αρχιεπίσκοπος Φιλαδελφείας της Βενετίας, Μελέτιος Χορτάτζης, Μελέτιος Συρίγος, Γαβριήλ Παντογάλος ηγούμενος Ακρωτηριανής, Μελέτιος Παντογάλος Μητροπολίτης Εφέσου, Γεράσιμος Παλαιόκαπας ουνίτης επίσκοπος Κισάμου, Νεκτάριος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, κλπ.

Οι ντόπιοι Ορθόδοξοι άρχοντες διέσωσαν στα εξοχικά τους μικρούς ναούς, εικονογραφημένους και με επιγραφές. Μοναχοί και άρχοντες έκτισαν μεγάλες μονές μετά το ΙΕ΄ αι. Οικοδομές, επιγραφές και κανονισμοί μονών δείχνουν υπερίσχυση της Ορθοδοξίας. Η αναβίωση του μοναχισμού, η αφιέρωση περιουσιών στις μονές και η άρση των εμποδίων προς την Ορθόδοξη εκκλησία συντέλεσαν στην ίδρυση μονών. Όταν προσέγγισε το Βενετικό με το Κρητικό στοιχείο, άρχισε η πολιτιστική ανάπτυξη της Κρήτης, που κορυφώθηκε με την Κρητική Αναγέννηση. Προσωπικότητες όπως ο μητροπολίτης Φιλαδελφείας της Βενετίας Γαβριήλ Σεβήρος, οι αδελφοί Ιερεμίας και Λαυρέντιος Τζαγκαρόλοι, ο Ιωάννης Χαρτοφύλακας, ο Μητροφάνης Φασιδώνης κ.ά. έτυχαν αναγνώρισης και σεβασμού από Ορθόδοξους και Βενετούς.

ΣΤ. Τουρκοκρατία

Τον Ιούνιο του 1645 πολυάριθμα πλοία αποβίβασαν 50.000 Τούρκους στρατιώτες στην Κίσαμο, κυρίευσαν το νησί Άγιοι Θεόδωροι (Θοδωρού) και λεηλατώντας έφτασαν στα Χανιά. Η πόλη παραδόθηκε μετά από 57 μέρες πολιορκίας στις 22 Αυγούστου. Στις 3 Νοεμβρίου έπεσε το Ρέθυμνο και την 1η Μαΐου 1648 ξεκίνησε η πολιορκία του Χάντακα που διήρκησε 21 χρόνια, μέχρι τις 4 Οκτωβρίου 1669 που εισήλθαν οι Τούρκοι στον έρημο Χάντακα. Σκοτώθηκαν 100 χιλιάδες χριστιανοί και πάνω από 118 χιλιάδες μουσουλμάνοι, ενώ από τα Χανιά και το Ρέθυμνο 12 χιλιάδες αιχμάλωτοι πουλήθηκαν ως δούλοι.

Οι κατακτητές δήμευσαν τα δημόσια κτίρια και μετέτρεψαν τις εκκλησίες, ορθόδοξες και λατινικές, σε τζαμιά. Κατέσχεσαν μοναστήρια, κατεδάφισαν εκκλησίες, απαγόρεψαν τις καμπάνες και την επισκευή ή ανέγερση ναών. Κατέσχεσαν όλη την εύφορη γη, αφήνοντας στους χριστιανούς τις άγονες και ορεινές περιοχές. Άρπαζαν τις γυναίκες και τα παιδιά των χριστιανών με αποτέλεσμα το παιδομάζωμα να στοιχίσει 15 χιλιάδες παιδιά από 8-13 ετών, που στάλθηκαν στα τάγματα των γενιτσάρων, αποκτηνώθηκαν, ξέχασαν γονείς, πατρίδα και πίστη. Επέβαλαν ποικίλους φόρους, βασανιστήρια, καταπιέσεις, αναίτιους φόνους, αγγαρείες και δημεύσεις περιουσιών. Μια μεγάλη μερίδα χριστιανών εξισλαμίστηκαν, μια άλλη, οι «κρυπτοχριστιανοί», προσποιούνταν τους μουσουλμάνους και διέσωσαν την προγονική πίστη μέσα στην οικογένειά τους και άλλοι προσχώρησαν σταδιακά στο Ισλάμ. Όσοι αρνούνταν τον εξισλαμισμό θανατώνονταν (νεομάρτυρες). Κυρίως οι φτωχοί Κρήτες αγρότες, στην πλειοψηφία τους γνήσιοι Έλληνες, έμειναν προσηλωμένοι στην ορθόδοξη πίστη. Η Κρήτη υπέφερε φρικτά, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περιοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ολόκληρα ηγουμενοσυμβούλια αφανίστηκαν όταν αρνήθηκαν τις απαιτήσεις των γενιτσάρων. Η δράση των χαΐνηδων μόνο περιστασιακά ωφέλησε και οι υποκινήσεις των Ρώσων  (1711, 1730, 1741, 1762 και 1768) οδήγησαν σε σκληρότερα μέτρα. Η εγκατάσταση γενιτσάρων το ΙΗ΄ αι. στη δυτική Κρήτη συντέλεσε στην μαύρη περίοδο 1715-1770 και γι’ αυτό το 1812 η Πύλη εξολόθρευσε μια μερίδα γενιτσάρων, οι υπόλοιποι όμως συνέχισαν να οργιάζουν, με εγκλήματα και πιέσεις. Η μόνη εξέγερση έγινε το 1770 (επανάσταση του Δασκαλογιάννη). Οι Τούρκοι όμως εισέβαλαν στα Σφακιά, πυρπόλησαν, έσφαξαν, αιχμαλώτισαν και ερήμωσαν την επαρχία.

Το 1645 το Πατριαρχείο, με εισήγηση του μεγάλου διερμηνέα Παναγιώτη Νικούσιου, χειροτόνησε μητροπολίτη Κρήτης το Νεόφυτο Πατελλάρο. Ο Νεόφυτος έμενε στην Κωνσταντινούπολη, ήταν αδελφός της μονής Αρκαδίου και συγγενής του τότε Πατριάρχη Αθανασίου Γ΄. Ακολούθησε στην εκστρατεία κατά της Κρήτης τον Τούρκο αρχιστράτηγο Σιλιχτάρ Γιουσούφ πασά και εγκαθιδρύθηκε με βεράτιο. Ο νέος μητροπολίτης έδρευε στα Χανιά μέχρι το 1669, αλλά δεν γνωρίζουμε ποιες και πόσες επισκοπές ανασύστησε ούτε πόσους επισκόπους εγκαθίδρυσε το Πατριαρχείο. Πριν από την ανασύσταση της Μητροπόλεως οι πραγματικές επισκοπές ήταν τέσσερις: Ηρακλείου, Ρεθύμνης, Χανίων και Σητείας. Συστηματική οργάνωση της εκκλησίας Κρήτης και ανασύσταση των επισκοπών με εγκαθίδρυση επισκόπων έγινε μετά το 1669. Οι Τούρκοι έδιωξαν τους λατίνους ιερωμένους και κατέσχεσαν τη λατινική εκκλησιαστική περιουσία. Αποκαταστάθηκε έτσι η εκκλησιαστική τάξη του νησιού. Ωστόσο η παραχώρηση αυτή, που ήταν σύμφωνη με την πάγια πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποσκοπούσε στην ευκολότερη και αμεσότερη υποταγή των ραγιάδων. Η εκκλησία ανέλαβε τα προνόμια (γάμοι, διαζύγια, δίκες), απέκτησε νομική υπόσταση και οικονομική δύναμη με φορολογικές απαλλαγές, έκδοση φετφάδων και βερατίων. Πρόσφερε σπουδαίες υπηρεσίες στους υπόδουλους και απέτρεψε τον ολικό εξισλαμισμό της Κρήτης. Οι περισσότεροι αρχιερείς που υπηρέτησαν στην Κρήτη επί τουρκοκρατίας δεν ήταν μορφωμένοι, ήταν όμως ευσεβείς, θαρραλέοι, άξιοι καθοδηγητές, εφευρετικοί στις απαιτήσεις των Τούρκων, ένθερμοι οπαδοί της παιδείας και είχαν συναίσθηση της εθνικής αποστολής τους.

Οι κληρικοί πλήρωναν φόρους σε χρήματα, αγαθά και δώρα. Ζούσαν από την εργασία τους και από τις προσφορές των χριστιανών. Ήταν ολιγογράμματοι, ζούσαν υποδειγματική οικογενειακή ζωή, διακρίνονταν για την καθαρότητα του βίου, την ευσέβεια και τον σεβασμό της εκκλησίας μέχρι φανατισμού. Ο απλός παπάς ήταν ο σημαντικότερος σύμβουλος και συμπαραστάτης των χωρικών, ηγέτης της ενορίας του, συμμετείχε συνήθως ενεργά στις εξεγέρσεις και συχνά ήταν το πρώτο θύμα της μανίας και της εκδικητικότητας του κατακτητή.

Η αρχαιότερη πληροφορία για την ύπαρξη επισκόπων στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη βρίσκεται σε χειρόγραφο του 1659. Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας οι επισκοπές ήταν δώδεκα και διατηρούσαν τα ιστορικά τους ονόματα: Γορτύνης, Κνωσού, Αρκαδίας, Χερρονήσου, Αυλοποτάμου, Αγρίου, Λάμπης, Κυδωνίας, Ιεράς, Πέτρας, Σητείας και Κισάμου. Ο αριθμός των επισκόπων κυμαινόταν από 10-12, ενώ λίγο πριν από το 1821 αναφέρεται και βοηθός του μητροπολίτη Κρήτης. Ο Ορθόδοξος επίσκοπος που εγκαταστάθηκε στα Χανιά υπό τον τίτλο Κυδωνίας ήταν τέταρτος στην τάξη μεταξύ 12 επισκόπων της Κρήτης. Η επισκοπή περιελάμβανε την Κυδωνία και τον Αποκόρωνα, και από τότε αναφέρεται σχεδόν συνέχεια επίσκοπος Κυδωνίας μέχρι το 1822.

Οι Τούρκοι ευνόησαν την ανάπτυξη των ισχυρών μοναστηριών και όσα απέμειναν, απέκτησαν αξιόλογες περιουσίες. Έτσι είχαν τη δυνατότητα να θρέψουν μοναχούς, συγγενείς τους, οικογένειες εργατών και φτωχών, αλλά να ικανοποιήσουν και τις ακόρεστες απαιτήσεις των αγάδων και των γενιτσάρων. Ανασυγκροτήθηκαν οικονομικά, έγιναν ορθόδοξα κέντρα και κατόρθωσαν να ασκήσουν τον πνευματικό προορισμό τους. Οι κατακτητές έκλεισαν τα σχολεία και έδιωξαν τους δασκάλους, τα μοναστήρια όμως συντήρησαν σχολεία, οργάνωσαν βιβλιοθήκες και προμηθεύονταν βιβλία από τη Βενετία. Οι μοναχοί έγιναν οι δάσκαλοι και συνέβαλαν την κατάρτιση των στελεχών της εκκλησίας (ιερέων, αναγνωστών, ψαλτών κλπ.). Όσοι νέοι κατέφευγαν στις μονές διδάσκονταν από τα λειτουργικά βιβλία ή τα κείμενα των πατέρων και των αρχαίων Ελλήνων. Όσα σχολεία λειτούργησαν με την ανοχή του κατακτητή από τις αρχές του ΙΘ΄ αι. χρηματοδοτήθηκαν από τα μοναστήρια. Έτσι η παιδεία έγινε η αιτία των επαναστάσεων της Κρήτης και κατάφερε το τελικό πλήγμα στον δυνάστη. Το Πατριαρχείο με την ανακήρυξη πολλών μοναστηριών σε σταυροπήγια τα προστάτευσε και ενίσχυσε τον μοναχικό βίο, την ευσέβεια και την παιδεία.

Ήδη, από το 1654 ο Νεόφυτος Πατελλάρος, παραχώρησε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο επτά από τα πλουσιότερα κρητικά μοναστήρια και πέντε χωριά ως εξαρχία. Ανάμεσά τους ήταν η Αγία Τριάδα των Τζαγκαρόλων, η Κυρία των Αγγέλων Γδερνέτο και η Χρυσοπηγή με τα μετόχια τους, ο Άγιος Σπυρίδωνας στο Βαρούσι, ο Γαλατάς Κυδωνίας και ο Στύλος Αποκορώνου, που ανταλλάχθηκε με τη μονή Αγίου Γεωργίου Μορμόρη στα Νεροκούρου. Αν και μετέπεσαν επί Παϊσίου Β΄ το 1744 σε ενοριακά και το 1769 ο πατριάρχης Θεοδόσιος Β΄ επικύρωσε την απόφαση αυτή, επί Γρηγορίου Ε΄ το 1797 επανήλθαν σε σταυροπήγια. Συχνά βέβαια οι Τούρκοι με επιδρομές, ιδίως σε περιόδους επαναστάσεων, πυρπολούσαν μονές και ναούς, και έσφαζαν μοναχούς. Στις πόλεις οι Τούρκοι για τις λειτουργικές ανάγκες των ορθοδόξων παραχώρησαν μικρούς και ασήμαντους ναούς. Στα Χανιά λειτουργούσαν οι Άγιοι Ανάργυροι και έξω από την πόλη ο Άγιος Ιωάννης του Ταβλά (παλιός άγιος Ιωάννης), ο Άγιος Λουκάς (νεκροταφείο) και ο Άγιος Παντελεήμονας Χαλέπας (μετόχι της Αγίας Τριάδος).

Ζ.  Επανάσταση του 1821 

Αν και η Φιλική Εταιρεία δεν ενδιαφέρθηκε να μυήσει την Κρήτη, τις παραμονές του ‘21 αρκετοί αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί είχαν μυηθεί, όπως ο μητροπολίτης Γεράσιμος, οι επίσκοποι Κισάμου Μελχισεδέκ, Κυδωνίας Καλλίνικος, ο ηγούμενος Πρέβελη Μελχισεδέκ Τσουδερός, κ.ά. Κληρικοί μυημένοι είχαν σταλεί σε επίκαιρες θέσεις, όπως ο Καλλίνικος Κριτοβουλίδης, ο Ζαχαρίας Τσιριγώτης ή Πρακτικίδης, ο Καλλίνικος Βερροιαίος κ.ά. Έτσι από την αρχή της επανάστασης πλήθος κληρικοί έλαβαν μέρος στον αγώνα. Αρκετοί κατέλαβαν πολιτικά αξιώματα και ηγετικές θέσεις και άλλοι πολέμησαν στα πεδία των μαχών. Κάποιοι μάλιστα, επειδή η συμμετοχή ένοπλων κληρικών στον πόλεμο εθεωρείτο τότε αδίκημα και παράβαση των κανόνων της εκκλησίας, αποσχηματίστηκαν εκούσια για να υπηρετήσουν τα ιδανικά της πατρίδας και της ελευθερίας. Οι καταγόμενοι από τον Αποκόρωνα Γρηγόριος Δαμινός και Κωνσταντίνος Ντουνάκης ή Ντουνόπαπας που απαγχονίστηκε στις αρχές του 1827, έγιναν πρότυπα απαράμιλλου θάρρους και διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Στη μεγάλη εθνική επανάσταση του ‘21 οι Τούρκοι στα Χανιά συνέλαβαν τους επισκόπους Κισάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκη και Κυδωνίας Καλλίνικο Σαρπάκη, τον ιεροδιάκονο Αρτέμιο, τον δάσκαλο ιεροδιάκονο Καλλίνικο Βερροιαίο, τους ηγουμένους του Γουβερνέτου Αμβρόσιο Βεντουράκη και της Γωνιάς Γαβριήλ, πολλούς κληρικούς και επιφανείς χριστιανούς των Χανίων και τους οδήγησαν στη φυλακή γυμνούς και ξυπόλυτους. Την ημέρα της Αναλήψεως (19/5), έσυραν βίαια χλευάζοντας και χτυπώντας τον επίσκοπο Μελχισεδέκ και τον ιεροδιάκονο Καλλίνικο και τους απαγχόνισαν στην πλατεία της Σπλάντζιας. Στη συνέχεια επιτέθηκαν στο Ακρωτήρι λεηλάτησαν και έκαψαν τις Κορακιές, την Αγία Τριάδα και το Γουβερνέτο και έσφαξαν επτά μοναχούς του Γουβερνέτου.

Στις 24 Ιουνίου 1821, οι εξαγριωμένοι Τούρκοι στο Ηράκλειο κατέσφαξαν τον μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη, τους επισκόπους Κνωσού Νεόφυτο, Χερρονήσου Ιωακείμ, Σητείας Ζαχαρία και τον τιτουλάριο επίσκοπο Διοπόλεως Καλλίνικο. Σκότωσαν στους γύρω δρόμους 300 χριστιανούς και τον επίσκοπο Λάμπης Ιερόθεο με το διάκονό του. Την επόμενη μέρα σκότωσαν στην Επάνω Φουρνή τον επίσκοπο Πέτρας Ιωακείμ. Στο Ρέθυμνο φυλάκισαν τον επίσκοπο Γεράσιμο Περδικάρη ή Κοντογιαννάκη τον βασάνιζαν επί ένα χρόνο, ώσπου τον κατακρεούργησαν το Μάιο του 1822. Ο επίσκοπος Κυδωνίας Καλλίνικος Σαρπάκης πέθανε επίσης βασανιζόμενος στις 12/6/1822. Μόνο ο καταγόμενος από τα Χανιά, Αρτέμιος Παρδάλης επίσκοπος Ιεράπετρας (ίσως 1811-1821), απουσίαζε στη Θήρα και γλύτωσε τη σφαγή. Η σφαγή του Ηρακλείου έμεινε στη μνήμη του λαού ως «ο μεγάλος αρπεντές» και η Εκκλησία Κρήτης έμεινε ακέφαλη μέχρι το 1823 όταν χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κρήτης ο Καλλίνικος εξ Αγχιάλου (1823-1830).

Η.  Από το 1830 μέχρι την αυτονομία της Κρήτης 

Το 1831 λόγω της ελάττωσης του πληθυσμού οι επισκοπές της Κρήτης συγχωνεύτηκαν σε πέντε. Η επισκοπή Κυδωνίας συνενώθηκε με την Κισάμου και εξελέγη επίσκοπος ο πρωτοσύγκελλος Κυδωνίας Αρτέμιος, σε ηλικία τριάντα ετών. Από το 1856 με τη δημοσίευση του Χάττι Χουμαγιούν που έδινε θρησκευτική ανεξαρτησία στους υπηκόους της οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι χριστιανοί σ’ όλη την Κρήτη άρχισαν να κτίζουν και να επισκευάζουν εκκλησίες. Επειδή ο ναός των Αγίων Αναργύρων στα Χανιά δεν επαρκούσε για τις ανάγκες των πιστών, οι οποίοι είχαν αυξηθεί σημαντικά, οι χριστιανοί με αναφορά τους το 1856, ζήτησαν τη βοήθεια του Σουλτάνου για την ανέγερση εκκλησίας. Παραχωρήθηκε τότε το σαπωνοποιείο που ανήκε στο διοικητή της Κρήτης Βελή πασά και ήταν παλιότερα εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Η Τριμάρτυρη εγκαινιάστηκε από τον Κάλλιστο πριν από το Μάιο του 1858, αλλά η αποπεράτωσή της ολοκληρώθηκε μάλλον το 1864, όπως αναφέρει το επίγραμμα της πρόσοψης και αποτελούσε πλέον τον κεντρικό ναό της επισκοπής. Ο Μισαήλ Μαρμαράκης πάντως εξελέγη επίσκοπος Κυδωνίας και Κισάμου τον Ιανουάριο 1859 στο ναό των Αγίων Αναργύρων.

Μετά το 1860 ανασυστήθηκαν οι παλιές επισκοπές της Κρήτης και μαζί τους αποκαταστάθηκε η επισκοπή Κισάμου με την εκλογή του επισκόπου Κισάμου και Σελίνου Γεράσιμου Στρατηγάκη (Απρίλιος 1860). Έτσι η επισκοπή Κυδωνίας επανήλθε στα παλιά όριά της. Το Σεπτέμβριο του 1858 οι οπλαρχηγοί των Χανίων και οι χριστιανικές επιτροπές, ζήτησαν από το διοικητή Σαμή πασά τη σύσταση Δημογεροντίας κι εκείνος δέχτηκε την προσωρινή σύσταση Δημογεροντίας, ενώ το ίδιο έγινε στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο. Ήδη είχε ξεκινήσει η σύνταξη των Γενικών Κανονισμών οι οποίοι επικυρώθηκαν με βεράτιο το 1860. Ήταν ένα ομοιόμορφο σύστημα διοικήσεως των χριστιανικών κοινοτήτων. Ο εσωτερικός Κανονισμός των τριών Δημογεροντιών της Κρήτης ψηφίστηκε το 1862 και κανόνιζε τις υποχρεώσεις και τη δικαιοδοσία τους. Πρόεδροι ήταν ο Μητροπολίτης στο Ηράκλειο και οι επίσκοποι Κυδωνίας και Αποκορώνου στα Χανιά και Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου στο Ρέθυμνο. Οι Δημογεροντίες ανέλαβαν τα Ορφανικά Ταμεία, τη διαχείριση των Χριστιανικών Ορφανικών Περιουσιών, την εκδίκαση κληρονομικών, ορφανικών και οικογενειακού δικαίου υποθέσεων των χριστιανών και είχαν αρμοδιότητες για θέματα παιδείας, κοινωνικής πρόνοιας και κατανομής του στρατιωτικού φόρου.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1866 η εκκλησία της Κρήτης υπέστη ανυπολόγιστες καταστροφές. Ιερείς και μοναχοί σκοτώθηκαν πολεμώντας ή εκτελέστηκαν από τους Τούρκους, μοναστήρια πυρπολήθηκαν και περιουσίες καταστράφηκαν, ενώ χιλιάδες ναοί βεβηλώθηκαν ή κατεδαφίστηκαν. Ο επίσκοπος Κυδωνίας Μισαήλ ζούσε σε φρικτή φτώχεια, όπως αναφέρεται σε επιστολή Κρητών προσφύγων από τα Κύθηρα στις 15/2/1867, οι οποίοι ζητούσαν να του σταλεί χρηματικό βοήθημα.

Το 1880 μετά το θάνατο του Κυδωνίας Γαβριήλ, του Κισάμου Παναρέτου και την παραίτηση του Ρεθύμνης Ιλαρίωνος, εξελέγησαν αντίστοιχα ο Ιερόθεος Μπραουδάκης, ο Παρθένιος Κελαϊδής και ο Διονύσιος Καστρινογιαννάκης. Τις εκλογές αυτές  ακολούθησε ένας πόλεμος ψηφισμάτων, ανακοινώσεων, δημοσιευμάτων στις εφημερίδες, αλληλοκατηγοριών, με έξαρση του τοπικισμού, επεμβάσεις κομματικών παραγόντων, προξενικών αρχών και τουρκικής διοίκησης. Στα Χανιά πρόκριτοι, πληρεξούσιοι, δήμαρχοι, δημογέροντες και λαός συνήλθαν στο ναό των Εισοδίων και απέρριψαν την εκλογή του Ιερόθεου ως επιβαλλόμενη, ενώ το ίδιο έγινε και στον Αποκόρωνα. Με αντίστοιχα ψηφίσματα η Κίσαμος, το Σέλινο και το Ρέθυμνο απέρριψαν τις εκλογές των νέων επισκόπων. Ο Ιερόθεος, αν και χειροτονήθηκε στις 23/3/1880 Κυδωνίας, παραιτήθηκε και μετατέθηκε το 1882 στην επισκοπή Ρεθύμνης, αφού ο Διονύσιος μετατέθηκε στην επισκοπή Χερρονήσου. Οι διαφωνίες στα Χανιά καθυστέρησαν την πλήρωση της επισκοπής και έφτασαν στο σημείο να εκφραστεί η ευχή να περιοριστούν σε πέντε οι επισκοπές λόγω της δυσκολίας του χριστιανικού πληθυσμού να συντηρεί τους επισκόπους. Τελικά η Γενική Συνέλευση της Κρήτης το 1887 κατάργησε τη φορολόγηση των χριστιανών υπέρ των επισκόπων και ανέγραψε στον Προϋπολογισμό της Κρήτης ετήσια πίστωση για τη μισθοδοσία τους, η οποία καθιερώθηκε και διασφάλισε την αξιοπρεπή συντήρησή τους. Τον Απρίλιο του 1887, μετατέθηκε στα Χανιά ο Αρκαδίας Νικηφόρος Ζαχαριάδης και η επισκοπή Κυδωνίας πληρώθηκε μετά από επτά χρόνια χηρείας. Έτσι λύθηκε το λεγόμενο επισκοπικό ζήτημα που ταλάνισε την Κρήτη για επτά χρόνια.

Το 1892 με πρόταση του επισκόπου Κυδωνίας Νικηφόρου, ιδρύθηκε στη μονή Αγίας Τριάδος Ιεροδιδασκαλείο από κληροδότημα του πρώην επισκόπου Κισάμου Γεράσιμου Στρατηγάκη. Σκοπός του ήταν η εκπαίδευση ιερέων και δασκάλων. Η προσφορά του ιεροδιδασκαλείου στην Κρήτη είναι ανεκτίμητη.

Τον Ιανουάριο του 1897 όταν οι Τούρκοι πυρπόλησαν τα Χανιά, καταστράφηκαν εντελώς τα νεόκτιστα κτίρια του Παρθεναγωγείου, της Δημογεροντίας και της Επισκοπής. Η επισκοπή και τα κοινοτικά καταστήματα είχαν θεμελιωθεί στις 11/4/1893.

Θ.  Από το 1900 μέχρι σήμερα.

Στις αρχές του 1897 ο αιφνίδιος θάνατος του μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου, προκάλεσε ένα σοβαρό πρόβλημα που ταλάνισε την Κρήτη επί μια τριετία και απασχόλησε την Ελλάδα, το Πατριαρχείο, τις επαναστατικές αρχές, τη νέα πολιτεία και το λαό. Η κρητική κοινωνία αντέδρασε στην εκλογή του επισκόπου Λάμπης και Σφακίων Ευμενίου ως μητροπολίτη Κρήτης, αφού δεν δεχόταν μητροπολίτη εγκαταστημένο με φιρμάνι. Με αμοιβαίες υποχωρήσεις και εξηγήσεις αναγνωρίστηκε στις 14/5/1900 και ανέλαβε κανονικά πλέον τα καθήκοντά του. Ωστόσο οι διαφωνίες στη Σύνοδο όπου υπερτερούσαν πέντε βενιζελικοί επίσκοποι έναντι τριών πριγκιπικών, συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1900 δημοσιεύθηκε ο Ν. 276/1900 της Κρητικής Πολιτείας «Καταστατικὸς Νόμος της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας», που καθόριζε την οργάνωση της Εκκλησίας Κρήτης υπό καθεστώς σχετικής εκκλησιαστικής αυτονομίας. Όριζε οκτώ επισκοπές, τις έδρες και τις περιοχές τους, τον τρόπο εκλογής των επισκόπων, τα προσόντα, τη χειροτονία, την εγκαθίδρυση, τα καθήκοντα και τις ευθύνες τους. Επίσης τα θέματα γάμου και διαζυγίου, μοναχών και μονών, ενοριών και εφημερίων.

Επειδή τα περισσότερα μοναστήρια της Κρήτης ήταν σε άθλια κατάσταση, για τη βελτίωση του μοναχισμού, ο Νόμος 276 προέβλεπε να παραμείνουν σε κάθε νομό δύο μονές και οι υπόλοιπες να διαλυθούν. Στα Χανιά διατηρούνταν οι μονές Γουβερνέτου και Γωνιάς, οι υπόλοιπες θα διαλύονταν σε έξι μήνες και οι μοναχοί έπρεπε να μεταφερθούν στις διατηρούμενες μονές. Φυσικά οι μοναχοί των διαλυτών μονών αντέδρασαν στην απόφαση, κάποιοι προτίμησαν να εκπατριστούν, η λαϊκή συνείδηση και όσοι εργάζονταν ή σχετίζονταν με τις μονές επαναστάτησαν και τελικά οι αποφάσεις για διάλυση δεν εφαρμόστηκαν. Οι αντιδράσεις και η αναστάτωση που επικράτησε, οδήγησαν το 1903 στην ανασύσταση των μονών.

Από το 1899 ο Κισάμου Δωρόθεος με υπόμνημά του, υπέβαλε προτάσεις για τη βελτίωση της θέσης του κλήρου. Την εποχή εκείνη αρκετοί ιερείς είχαν φοιτήσει σε ιερατικές σχολές και είχαν τη βασική μόρφωση, κυρίως μοναχοί είχαν σπουδάσει σε θεολογικές σχολές, οι περισσότεροι όμως ήταν ολιγογράμματοι, αλλά ευλαβέστατοι, έχαιραν υπολήψεως και επιβάλλονταν περισσότερο με την ευσέβεια παρά με την ευγλωττία ή τα άλλα προτερήματά τους. Συντηρούνταν από τις προσφορές των χριστιανών και αναγκάζονταν να εργάζονται χειρωνακτικά ή να μετέρχονται άλλα μέσα για να επιβιώσουν. Ο Δωρόθεος θεωρούσε απαραίτητη τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την υλική αποκατάσταση του κλήρου και πρότεινε τη σύσταση ειδικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, αλλά οι προτάσεις του δεν έτυχαν αποδοχής.

Ο Ν. 276/1900 έγινε απόπειρα να τροποποιηθεί με την έκδοση του Ν. 5621/31-8-1932. Η Σύνοδος της Κρήτης πρότεινε τη συγχώνευση και τον περιορισμό των επισκοπών σε 4 ισότιμες μητροπόλεις, μία σε κάθε νομό (Ηρακλείου, Ρεθύμνης, Χανίων και Νεαπόλεως), με απώτερη πρόβλεψη την υπαγωγή της Εκκλησίας Κρήτης στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Ο νόμος αυτός, προκάλεσε εκκλησιαστική κρίση και οξύτατες αντιθέσεις μεταξύ των αρχιερέων της νήσου. Δεν εφαρμόστηκε ποτέ, αφού προσέκρουσε στην άρνηση του Πατριαρχείου και στη διαφωνία των επισκόπων της Κρήτης για την έκταση των μεταρρυθμίσεων, ώσπου τελικά καταργήθηκε με τον ΑΝ. 25/10/1935.

Το 1936 με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, λόγω έλλειψης επισκόπων στην Κρήτη, έγινε συμπλήρωση της Συνόδου με πέντε εκλογείς αρχιερείς από την Πατριαρχική Σύνοδο και εξελέγησαν και χειροτονήθηκαν στο Ηράκλειο, οι επίσκοποι Ρεθύμνης Αθανάσιος, Κυδωνίας Αγαθάγγελος, Λάμπης Ευμένιος, Ιεράς Φιλόθεος και Κισάμου Χρυσόστομος. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής ο Κυδωνίας Αγαθάγγελος Ξηρουχάκης, γνώστης της γερμανικής και της ιταλικής γλώσσας και της ψυχολογίας των κατακτητών, παρείχε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο ποίμνιό του.

Με τον Καταστατικό Χάρτη (Ν. 4149/1961) διαμορφώθηκε ένα νομοκανονικό καθεστώς αμεσότερης εξάρτησης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σε σχέση με τη Σύμβαση του 1900. Με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη 812/25-9-1962, η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ. 4562/1966, μετά από αίτημα της Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, οι επισκοπές της Κρήτης ανυψώθηκαν σε μητροπόλεις και οι επίσκοποι έλαβαν τον τίτλο του μητροπολίτη. Με Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη (283/28-2-1967), ο μητροπολίτης Κρήτης μετονομάστηκε σε αρχιεπίσκοπο. Στις 8/2/1975 τριμελής Πατριαρχική Εξαρχία συμμετείχε στη Σύνοδο Κρήτης και πλήρωσε τις χηρεύουσες μητροπόλεις Κυδωνίας και Αποκορώνου, Κισάμου και Σελίνου και Λάμπης και Σφακίων.

Τέλος στις 7 Νοεμβρίου 2006, μετά την εκλογή του μητροπολίτη Κυδωνίας Ειρηναίου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, η Σύνοδος της Κρήτης εξέλεξε μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου τον αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό Παπαγιαννάκη.

+ πρωτ. Μιχαήλ Βλαβογιλάκης

θεολόγος – ιστορικός

Η σελίδα είναι υπό κατασκευή. Θα προστεθεί περιεχόμενο σύντομα.

Ιερά Μητρόπολις Ιεραπύτνης και Σητείας

Σύντομη Ιστορική Επισκόπηση

Aπό την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας (www.imis.gr)

Η Ιερά Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας είναι μια από τις οκτώ Μητροπολιτικές περιφέρειες της Αποστολικής  Εκκλησίας της Κρήτης. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του Νομού Λασιθίου και περιλαμβάνει τις Επαρχίες Ιεράπετρας και Σητείας και τις τέως Κοινότητες Καλού Χωριού Μεραμβέλλου και Κάτω Σύμης Βιάννου με έδρα την πόλη της Ιεράπετρας.

Η παράδοση αναφέρει ότι στο β΄ μισό του α΄ αιώνα μ.Χ. ο Απόστολος Τίτος, που τον είχε αφήσει ο Απ. Παύλος στην Κρήτη για να κηρύξει το Ευαγγέλιο του Χριστού, ίδρυσε τις Επισκοπές της Κρήτης. Αυτή ήταν και η επιθυμία του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, που αναφέρει στην προς Τίτον επιστολή του «τούτου χάριν κατέλιπόν σε εν Κρήτη, ίνα τα λείποντα επιδιορθώσης και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην…» (Τιτ. 1, 5), διευκρινίζοντας ότι πρεσβυτέρους ονομάζει τούς  Επισκόπους. Η Επισκοπή Ιεράπετρας είναι η αρχαιότερη ιστορικά στο Νομό Λασιθίου και θεωρείται μεταξύ των πρώτων που ιδρύθηκαν στην Κρήτη.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Φλαμίνιο Κορνήλιο στο έργο του Kreta Sacra και την αναφορά του Αθανασίου Παπαδοπούλου-Κεραμέως στο «Μαρτυρολόγιο των Αγίων Δέκα Μαρτύρων», η ίδρυσή της χρονολογείται γύρω στο 68 μ. Χ.

Επίσης, το ακρωτήριο «Σαλμώνη», που αναφέρεται στις Πράξειςτων Αποστόλων (Πρ. 27, 7) «υπεπλεύσαμεν την Κρήτην κατά Σαλμώνην» πως πέρασε ο Απόστολος Παύλος πηγαίνοντας στη Ρώμη, πριν να αράξει το πλοίο που τον μετέφερε στους Καλούς Λιμένες, είναι το ακρωτήριο «Κάβο Σίδερο», το οποίο βρίσκεται στο ανατολικότερο άκρο της Κρήτης, και συγκεκριμένα στην επαρχία Σητείας και στα γεωγραφικά όρια της Ιεράς Μονής Τοπλού.

Ακόμα, σύμφωνα με μία παράδοση ο Απόστολος Παύλος, κατά την τέταρτη αποστολική περιοδεία του, αποβιβάστηκε για ανεφοδιασμό ανατολικά της  Ιεράπετρας, όπου και κτίστηκε μία εκκλησία με 12 κολώνες στο όνομα του Αποστόλου Παύλου, γεγονός που ενισχύει την επικρατούσα παράδοση ότι ο ίδιος ο Απόστολος των Εθνών μαζί με τον μαθητή του Τίτο ίδρυσαν την Εκκλησία της Ιεραπύτνης και της Σητείας. Ο ναός δεν διασώζεται σήμερα, όμως περιγράφεται το 1687 από τον Randolph τις περιηγήσεις του στην Κρήτη που γράφει: «Ανατολικά της Ιεράπετρας περίπου 10 μίλια, επισκέφτηκα ένα μοναστήρι μέσα σε μια σπηλιά δίπλα σε ένα βουνό. Εκεί όπου λέγεται ότι ο Απόστολος Παύλος εκήρυξε. Σ’ αυτή την σπηλιά είναι μια εκκλησία με 12 κολώνες κομμένες από το βράχο και είναι γεγονός ότι οι χριαστιανοί την έκτισαν νύκτα και σε διάστημα μηνός».

Η ανασκαφική έρευνα από τον Συλλογο «Βιτσέντζος Κορνάρος» Σητείας, έφερε στην επιφάνεια σημαντικά στοιχεία, με τα οποία μπορεί να υποστηριχτεί ότι αυτός ο δωδεκακίονος σπηλαιώδης ναός, ο οποίος ήταν καθολικό γυναικείας Μονής και κτίστηκε τον πρώτο μ.Χ. αιώνα, βρίσκεται στην περιοχή του Μακρύ Γιαλού. Ακόμη η έρευνα αυτή στην περιοχή του Μακρύ Γυαλού, έφερε σε φως σπηλιά με κτίσματα καθώς και τον χαρακτηριστικά κομμένο βράχο που περιγράφει ο Randolph.

Η πρώτη ιστορικά επικυρωμένη αναφορά γίνεται το 343 μ.Χ. όταν ο Επίσκοπος Ιεραπύτνης Σύμφορος μετείχε στη Σύνοδο της Σαρδικής (Σόφιας). Το 457 μ.Χ. στην τοπική Σύνοδο Κρήτης μνημονεύει και υπογράφει ο Ευφρόνιος ως Επίσκοπος Ιεραπύτνης, ενώ κατά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 787 αναφέρεται και η Επισκοπή Ιεραπύτνης.

Τον 7ο ή τον 8ο αιώνα τοποθετείται η ίδρυση της Επισκοπής της Σητείας. Η Αραβική κατάκτηση του 823 επέφερε πρωτοφανείς διωγμούς στην Εκκλησία της Κρήτης. Από το 961 μ.Χ. με την απελευθέρωση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά αναβιώνει το ορθόδοξο χριστιανικό φρόνημα των κατοίκων της και η επανασύσταση και δραστηριοπόηση των Επισκόπων. Οι ιστορικοί της εποχής αναφέρουν ότι η καταστροφική επιδρομή των πειρατών στις παράλιες πόλεις της Κρήτης ανάγκαζαν τη μεταφορά της έδρας τους σε μεγάλα χωριά στο εσωτερικό της Κρήτης που ακόμα φέρνουν το όνομα Επισκοπή, όπως π.χ. στην περιοχή Ιεράπετρας στο χωριό Επισκοπή και στην περιοχή της Σητείας η Επάνω και Κάτω Επισκοπή με υπάρχουσες μέχρι σήμερα κατοικίες Επισκόπων. Δηλαδή ορισμένες περιφέρειες κατά καιρούς αποτελούσαν ανεξάρτητες Επισκοπές όπως φαίνεται στο Παρισινό τακτικό 1555Α΄ του Λεοντος Γ΄ και του Κωνσταντίνου Ε΄, που χρονολογείται μεταξύ των ετών 731-746 μ. Χ.

Κατά την Ενετοκρατία, μετά το 1204, οι Φράγκοι κατακτητές συγχώνευσαν τις Επισκοπές και αντί Ορθοδόξων τοποθετούσαν Λατίνους Επισκόπους ή Έλληνες που είχαν φραγκέψει. Ο πρώτος Λατίνος Επίσκοπος ήταν ο Αντώνιος από τη Βενετία (1317-1323). Ακολουθούν περί τους είκοσι (20) Λατίνους ή Λατινόφρονας Επισκόπους. Ο τελευταίος Γεώργιος Μινόττος (1634-1651) παραδίδει την Επισκοπή Σητείας στους Τούρκους. Στην περίοδο αυτή οι δύο επαρχίες άλλοτε ήταν ενωμένες και άλλοτε όχι, ανάλογα με τα συμφέροντα των κατακτητών, ο δε Επίσκοπος έφερε πάντα τον τίτλο «Ιεραπέτρας», συμπεριλαμβανομένης και της Επισκοπής «Πέτρας». Η Ιερά Επισκοπή Ιεραπύτνης περιελάμβανε ολόκληρο το ανατολικό τμήμα της Νήσου, από την Σητεία έως την Βιάννο και την Χερρόνησο, δηλαδή την σημερινή Χερσόνησο του Νομού Ηρακλείου.

Κατά τον 12ο αιώνα μέρος της περιφερείας της Επισκοπής Ιεραπύτνης ή Ιεραπέτρας (επαρχίες Μεραμβέλλου, Λασιθίου και Βιάννου) αποσπάσθηκε απ΄ αυτήν και αποκόπηκε ο τίτλος της, παραμένουσα η πρώτη ως Επισκοπή Ιεράς και η δεύτερη ως Επισκοπή Πέτρας. Από τότε στην Επισκοπή Ιεράς ή Ιεράς και Σητείας ανήκουν οι Επαρχίες Ιεράπετρας και Σητείας και οι τέως Κοινότητες Καλού Χωριού Μεραμβέλλου και Κάτω Σύμης Βιάννου.

Για ορισμένο μικρό διάστημα η Επαρχία Σητείας αποτέλεσε ιδιαίτερη Επισκοπή με τελευταίο Επίσκοπο τον μακαριστό Ζαχαρία, ο οποίος θανατώθηκε από τους Τούρκους κατακτητές στο Ηράκλειο το 1822 μ.Χ. Και πάλι όμως οι δύο επαρχίες Ιεράπετρας και Σητείας αποτέλεσαν μια ενιαία Μητροπολιτική περιφέρεια, την Ιερά Επισκοπή Ιεράς και Σητείας ή Ιεροσητείας.

Στην Τουρκοκρατία (1669-1898) επανιδρύθηκαν οι Επισκοπές στην Κρήτη και εγκαταστάθηκαν Ορθόδοξοι Επισκοποι. Τότε υπήρχαν δύο Επισκοπές «Ιεράς» και «Σητείας» και από το 1832 συγχωνεύτηκαν σε μία με το όνομα «Ιεροσητείας». Πρώτος Επίσκοπος Ιεροσητείας μετά την τουρκική κατάληψη είναι ο Γεράσιμος Μαγγανάρης (1832-1841). Ονομαστός υπήρξε ο προκάτοχος του Αρτέμιος Παρδάλης (1811-1821), ο οποίος επέδειξε σημαντική εθνική δράση στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, και το 1845 εξελέγη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Πατριάρχης Αλεξανδρείας.

Σε όλα τα δύσκολα χρόνια και κυρίως την περίοδο της τουρκοκρατίας η Ιερά Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας, όπως και γενικότερα η Εκκλησία της Κρήτης, κράτησαν ανόθευτη την Ορθόδοξη πίστη, διατήρησε αναλλοίωτη την ελληνοχριστιανική παράδοση και το πατριωτικό φρόνημα του ευσεβούς και φιλόθεου λαού μας.

Ονομαστοί και λόγιοι Ιεράρχες υπήρξαν ο Καλλίνικος (1841-1845), ο Ιλαρίων Κατσούλης (1846-1869), που οργάνωσε την εκπαίδευση ιδρύοντας εκπαιδετικό φροντιστήριο, ο Νεόφυτος (1869-1878), και οι Γρηγόριος Παπαδοπετράκης από τα Σφακιά (1880-1889) και ο Αμβρόσιος Σφακιανάκης (1890-1929) από το Ηράκλειο. Από το 1932 έως το 1936 με το νόμο 5621 οι Επισκοπές Ιεροσητείας και Πέτρας συγχωνεύτηκαν σε μια με τον τίτλο «Επισκοπή Νεαπόλεως» και με Επίσκοπο τον Πέτρας Διονύσιο Μαραγκουδάκη. Το 1936 καταργήθηκε ο νόμος 5621 και επανασυστάθηκε η Επισκοπή Ιεράς και Σητείας στην οποία εξελέγη Επίσκοπος ο Φιλόθεος Μαζοκοπάκης από την Κίσαμο (1936-1960).

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αργότερα δια της υπ’ αριθμού 812 πράξεως του έτους 1962 προήγαγε την Επισκοπή Ιεροσητείας σε Μητρόπολη με τον τίτλο Ιεραπύτνης και Σητείας και πρώτο Μητροπολίτη τον αείμνηστο Φιλόθεο Βουζουνεράκη (1961-1993).

Το έτος 1993 η Αγία και Ιερά Σύνοδος ανύψωσε τις Μητροπόλεις της Εκκλησίας Κρήτης, και συνεπώς και την Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας, εις εν ενεργεία Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου. Η ανακήρυξη αναφέρει ότι: «η ρηθείσα τιμής ένεκεν Μητρόπολις Ιεραπύτνης και Σητείας, από του νυν και εφεξής υπάρχη και λέγηται και παρά πάντων γιγνώσκηται Ιερά Μητρόπολις Ιεραπύτνης και Σητείας, ο δε εν αυτή αρχιερατεύων τιτλοφορήται Ιερώτατος Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας, υπέρτιμος και έξαρχος Ανατολικής Κρήτης».

Τον Ιούνιο του 1994 η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης εξέλεξε σε κανονική διαδοχή και δια παμψηφίας τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ιεραπύτνης και Σητείας κ.κ. Ευγένιο (Πολίτη), υπέρτιμο και έξαρχο Ανατολικής Κρήτης.

Η Ιερά Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας περιλαμβάνει 86 Ενοριακούς Ναούς, 210 Ενοριακά Παρεκκλήσια, 408 Εξωκκλήσια, 70 Ναούς Κοιμητηρίων, 11 Μοναστηριακούς Ναούς και περί τους 90 εγγάμους και αγάμους κληρικούς. Οι εν ενεργεία Μονές είναι οι εξής έξι: η Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Ακρωτηριανής και Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Τοπλού Σητείας, η Ι. Μονή Παναγίας Φανερωμένης Ιεράπετρας, η Ι. Μονή Αγίου Ιωάννου Καψά Σητείας (Ανδρικά Μοναστήρια), η Ι. Μονή Παναγίας Εξακουστής Μαλλών Ιεράπετρας, το Ιερό Ησυχαστήριο «Άξιόν Εστι» Ιεράπετρας και το Ιερό Προσκύνημα Αγίων Πάντων Αγιασμένου Ιεράπετρας (Γυναικεία Μοναστήρια), ενώ υπάρχουν και αρκετές ιστορικές διαλελυμένες Μονές.

Ιερά Μητρόπολις Πέτρας και Χερρονήσου

Σύντομη Ιστορική Επισκόπηση

Aπό την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως  Πέτρας και Χερρονήσου (www.impeh.gr)

Η Ιερά Μητρόπολις Πέτρας και Χερρονήσου με έδρα την ιστορική πρωτεύουσα του Νομού Λασιθίου, την Νεάπολη, προήλθε από την πρόσφατη συνένωση επαρχιών της καταργημένης από το 1900 Επισκοπῆς Χερρονήσου και της Μητροπόλεως Πέτρας, πλην της επαρχίας Bιάννου.

Α) Μητρόπολις Πέτρας

Επισκοπή με την ονομασία Πέτρας αποτελούμενη από τις επαρχίες Μεραμβέλλου και Λασιθίου, εμφανίζεται για πρώτη φορά στις αρχές τῆς Β΄ Βυζαντινῆς περιόδου (961-1204) στο Τακτικό 3 του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου χρονολογούμενο στο έτος 980, ως αποσπασθείσα από τήη Επισκοπή Ιεραπέτρας. Το όνομά της, προερχόμενο και αυτό από την διάσπαση του ονόματος της Επισκοπής Ιεραπέτρας, ανάγεται στην αρχαϊκή πόλη Πέτρα που βρισκόταν βόρεια του χωριού Χαμέζι της Σητείας όπου και εικάζεται ότι ήταν η έδρα της Επισκοπής πριν την διάσπασή της.

Κατά την περίοδο της ενετοκρατίας (1204-1669), όταν οι ορθόδοξοι επίσκοποι είχαν αντικατασταθεί από Λατίνους, η Επισκοπή Πέτρας δεν αναγράφεται ούτε στους λατινικούς πίνακες, ούτε και στα βυζαντινά Τακτικά. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας (1669-1898), η Επισκοπή Πέτρας επανιδρύεται και αναφέρεται ένατη σε βεράτιο και φιρμάνι του 1756 και όγδοη στα «Κανονικά Πεσκέσια» του Μητροπολίτη Κρήτης το 1786. Την περίοδο αυτή, οι Επίσκοποι Πέτρας έδρευαν στο Επάνω Χωριό της Φουρνής. Μετά την επανάσταση του 1866, η έδρα της Επισκοπής Πέτρας μεταφέρθηκε στην Νεάπολη όπου και βρίσκεται από τότε. Κατά το έτος 1900, μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους, αποδόθηκε στην Επισκοπή Πέτρας και η επαρχία Βιάννου, αποσχισθείσα από την Επισκοπή Αρκαδίας. Το έτος 1932 η Επισκοπή Ιεράς και Σητείας συγχωνεύθηκε με την Επισκοπή Πέτρας στην Επισκοπή Νεαπόλεως.

   Μετά όμως από μία τριετία αποσπάστηκε και πάλι η Επισκοπή Ιεράς και Σητείας και στην Επισκοπή Νεαπόλεως επανήλθε το αρχικό της όνομα Πέτρας. Το 1962 η Επισκοπή Πέτρας, όπως και όλες οι Επισκοπές της Κρήτης, ανυψώθηκε σε Μητρόπολη.

Β) Επισκοπή Χερρονήσου

Η Χερσόνησος γίνεται έδρα Επισκοπής τον 4ο ή στις αρχές του 5ου αιώνα. Την ύπαρξη της Επισκοπής Χερρονήσου μαρτυρούν οι μεγάλες παλαιοχριστιανικές βασιλικές που έχουν βρεθεί στη Χερσόνησο. Βεβαιωμένη είναι επίσης η συμμετοχή του επισκόπου Χερρονήσου στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431. Ο επίσκοπος Χερρονήσου εμφανίζεται να υπογράφει το 457 την ομολογία ορθόδοξης πίστης προς τον αυτοκράτορα Λέοντα τον Α΄. Πιθανόν, τον 7ο αιώνα, με την έναρξη των επιδρομών από τους Άραβες πειρατές, περίοδος που καταστρέφονται και οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές, η Χερσόνησος εγκαταλείπεται και η έδρα της Επισκοπής μεταφέρεται στο Πισκοπιανό. Ο επίσκοπος Χερρονήσου μνημονεύεται, τότε, στο Παρισινό Τακτικό 1555 (Λέοντος Γ΄ καί Κων/νου Ε΄, 731), στα Πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), στο 8ο και 9ο Τακτικό των αρχών του 9ου αιώνα και μετά την περίοδο της αραβοκρατίας στο Τακτικό του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου στα 980.

   Τον 10ο αιώνα, η επισκοπική έδρα της Χερρονήσου μεταφέρεται στην Επισκοπή Πεδιάδος και τον 19ο αιώνα στη Μονή Αγκαράθου. Η Επισκοπή καταργήθηκε το 1900.

Ιερά Μητρόπολις Κισάμου και Σελίνου

Σύντομη Ιστορική Επισκόπηση

Aπό την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Κισάμου και Σελίνου (www.imks.gr)

Η Μητρόπολη Κισσάμου και Σελίνου βρίσκεται στην δυτική Κρήτη. Από το 1860 ονομάστηκε επισκοπή Κισσάμου και Σελίνου ,η οποία περιλαμβάνει τις δύο δυτικές επαρχίες του νομού Χανίων, Κίσσαμος και Σέλινο. Κατά τα τελευταία χρόνια ανυψώθηκε σε Μητρόπολη Κισσάμου και Σελίνου.
Η επισκοπή ονομάσθηκε έτσι από την πόλη Κίσσαμος, αρχαία αυτόνομη πόλη στην θέση της οποίας είναι χτισμένο σήμερα το Καστέλι Κισσάμου, διατηρήθηκε τουλάχιστον μέχρι της εποχής του Ιουστινιανού, αυτό μνημονεύεται εις τον συνέκδημο του Ιεροκλέους του Γραμματικού.

Αναφέρεται ότι είναι μια από τις είκοσι των πρωτοχριστιανικών επισκοπών της μεγαλονήσου, μολονότι πρώτη μνεία επισκόπου Κισσάμου είναι του Ευκίσσου που παραβρέθηκε εις την Σαρδική σύνοδο (343), και μεταγενέστερη του Θεοπέμπου που παραβρέθηκε στην Πενθέκτη (691/692). Κατά την σύνοδο του 787 παρέστη ο Κισσάμου Λέων. Μολύβδινη βούλα που φυλάσσεται στο μουσείο του Ρεθύμνου και ανάγεται στα τέλη του ΣΤ’ ή αρχές του Ζ’ αιώνα φέρει επιγραφή “εκκλησία Κισσάμου”. Στον Παρισινόν τακτικόν 1555Α (731-746) μνημονεύεται από τον Μητροπολίτη Κρήτης (Αρχιεπίσκοπο), ο επίσκοπος Κισσάμου ενδέκατος στην τάξη. Η δραστηριότητα της επισκοπής διακόπηκε κατά την περίοδο της αραβοκρατίας στην Κρήτη (826-961), και ξανάρχισε κατά την δεύτερη βυζαντινή περίοδο. Από το 1204 με την Ενετοκρατία ότι ούτε στην Κίσσαμο επιτράπηκε να διατηρεί έλληνα ορθόδοξο επίσκοπο, αφού είχαν εγκατασταθεί Λατίνοι, με εξαίρεση την περίοδο του Γ. Παλαιόκαπα κατά την έσχατη ενετοκρατία που προφανώς ήταν έλληνας ουνίτης.

Ποια ήταν η περιοχή της επισκοπής Κισσάμου δεν είναι γνωστό, εάν όμως ληφθεί υπόψη ότι υπήρχε επισκοπή Καντανίας στο Σέλινο (κοντά στο χωριό Κακοδίκι μπορούμε να παραδεχθούμε ότι η επαρχία Σελίνου δεν υπαγόταν πάντα στην ποιμαντική περιοχή του Κισσάμου.

Από το 1645 με την εγκατάσταση στην αγωνιζόμενη Κρήτη του ορθοδόξου μητροπολίτη Νεοφύτου Πατελλάρου ανασυστάθηκε και η επισκοπή Κισσάμου, η οποία και διατηρήθηκε σε όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας με εξαίρεση τους χρόνους 1831-1860, εξαιτίας της μεγάλης ελληνικής επανάστασης, ενώθηκε με την επισκοπή Κυδωνίας (ο Κυδωνίας και Κισσάμου).

Από την ανασύσταση της και μετά εμφανίζεται σαν επισκοπή Κισσάμου και Σελίνου και έτσι παραμένει και κατά την εποχή της Κρητικής πολιτείας (1898-1912) και μέχρι σήμερο με έδρα την κωμόπολη Καστέλι, έδρα και της επαρχίας Κισσάμου.

Κατά την επανάσταση του 1821 μαρτύρησε ο επίσκοπος Κισσάμου Μελχισεδέκ μαζί με τον διάκονό του Καλλίνικο, οι οποίοι εκτελέσθηκαν με απαγχονισμό σε ένα πλάτανο της πλατείας Σπλάτζιας στα Χανιά. Πολλοί κληρικοί της επαρχίας του διακρίθηκαν ως αγωνιστές του μεγάλου δεκαετούς αγώνα, όπως ο Μαρτιανός Περάκης (έπαρχος Σελίνου) και ο Κάλλιστος Ιερομνήμων (μετέπειτα Κυδωνίας). Σημαντικό ρόλο κατά την επανάσταση του 1866-1869 έπαιξε ο επίσκοπος Κισσάμου Γεράσιμος Στρατηγάκης και ο κισσαμίτης Ιερομόναχος και θεολόγος Παρθένιος Περίδης. Ο τελευταίος προήδρευσε της γενικής συνέλευσης της επανάστασης ενώ ο ιερεύς γέρων παπά Εμμανουήλ Κασσέλλος (Σελινίωτης) προήδρευσε της επαναστατικής κυβερνήσεως.

Οι συνεισφορές και τα παθήματα των μονών και των μοναχών ήταν σημαντικά κατά τις κρητικές επαναστάσεις, ιδιαίτερα της μονής Γωνιάς.

Η περιοχή της επισκοπής συνετέλεσε στην αύξηση και διάκριση του μοναχικού βίου, ιδιαίτερα μετά από την εποχή που έδρασε ο Αγιος Κύρ. Ιωάννης ο Ξένος στα τα τέλη του Ι’ αιώνα, αλλά και επί της ενετοκτατίας και εξής ιδρυτών των μονών Γωνίας, Χρυσοσκαλίτισσας και διαφόρων άλλων προσκυνημάτων. Τα μοναστικά κέντρα έγιναν και κέντρα εκπαίδευσης κατά την περίοδο της δουλείας, συντηρούσαν σχολεία, βιβλιοθήκες και σπούδαζαν αρκετούς ανθρώπους, οι οποίοι αργότερα προσέφεραν στον τόπο πολλές υπηρεσίες, όπως ο κατόπιν Αθηνών Μισαήλ Αποστολίδης.
Επί αρχιερατείας του Ανθίμου Λελεδάκη ιδρύθηκε το 1910 σε ένα λόφο πάνω από το Καστέλι το γυναικείο μοναστήρι του Παρθενώνα. Κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η περιφέρεια Κισσάμου υπέστη πολλά δεινά, ο επίσκοπος Ευδόκιμος Συγκελάκης γυμνώθηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε. Η μονή Γωνιάς εκκενώθηκε και καταλήφθηκε από τον εχθρικό στρατό αλλά και πολλοί άλλοι κληρικοί εδιώχθησαν.
Από το 1945 οι προηγούμενες διώξεις συνέτειναν στο να αναπτυχθεί ο ρυθμός της αποκαταστάσεως και της προόδου. Αυτό έγινε επί αρχιερατείας του επισκόπου Ειρηναίου Γαλανάκη, άνδρα λόγιου και δραστήριου ο οποίος έδειξε μοναδική ικανότητα στην ανέγερση ιδρυμάτων (τυπογραφείο, αγροτικών, τεχνικών και οικοκυρικών σχολών, οικοτροφεία, γηροκομεία και πολλά άλλα) και ναών, και όλα αυτά όχι μόνο στην έδρα της Μητροπόλεως άλλα και στις κωμοπόλεις της περιφέρειας (Κάνδανος, Βουκολιές, Κολυμπάρι, Παλαιόχωρα). Η προσωπική ακτινοβολία του διακριμένου ιεράρχη συνετέλεσε στο να γίνει η επαρχία του διεθνές χριστιανικό κέντρο, το οποίο επισκέπτονται ιερωμένοι και λαϊκοί διαφόρων ομολογιών. Όλα αυτά όμως χωρίς να θιγεί η χριστιανική θρησκευτική παράδοση των Κρητικών. Έτσι μια από τις μικρότερες σε πληθυσμό μητροπόλεις αναδείχθηκε από τις πρώτες σε δραστηριότητα και οργάνωση.
 Αριθμεί 80 Ενορίες

Ιερά Μητρόπολις Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου

Σύντομη Ιστορική Επισκόπηση

Aπό την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου (www.imakb.gr)

Η Ιερά Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 2001 με το Ν. 2942/2001 (Φ.Ε.Κ. 202/12-9-2001, τ. Α΄). Έχει έδρα της το Αρκαλοχώρι και καλύπτει γεωγραφικά την ενδοχώρα και τα νότια του νομού Ηρακλείου. Ξεκίνησε την πορεία της με  πενιχρά μέσα, πολλές δυσκολίες και δυσεπίλυτα προβλήματα, διαθέτοντας μηδενικές υποδομές και εγκαταστάσεις. Με τη βοήθεια του Θεού, της Ελληνικής Πολιτείας και του πιστού λαού του Κυρίου προχωρεί και εργάζεται προς δόξα Θεού και προκοπή των ανθρώπων.

Το έργο της είναι πολύπλευρο και αποβλέπει στο κοινό καλό και την ανάπτυξη της ευρύτερης επαρχίας της. Από την πρώτη στιγμή μερίμνησε για τη δημιουργία κατάλληλων υποδομών, ώστε να μπορέσει να συμβάλλει στην πνευματική και κοινωνική πρόοδο και την ευημερία των κατοίκων της επαρχίας, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Συμμετέχοντας σε προγράμματα χρηματοδοτήσεων ξεκίνησε πολλά σπουδαία έργα, που θα συμβάλλουν τα μέγιστα στην κοινωνική διακονία.

Ἱστορικὴ Πορεία τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης

Ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ἑποχὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου καὶ τοῦ μαθητοῦ του Ἁγίου Τίτου,
ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης πορεύεται ἀδιάκοπα μὲ πίστη, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη, μαρτυροῦσα Χριστόν
καὶ ὑπηρετοῦσα τὸν ἄνθρωπο μέσα στὴν ἱστορία καὶ τὸν πολιτισμό τοῦ τόπου.

33

Κρήτες ευαγγελίζονται τον Χριστιανισμό στα Ιεροσόλυμα

(Πράξ. β’, 10).

59-60

Ο Απόστολος Παύλος, αγόμενος στη Ρώμη, διέρχεται από τον όρμο των Καλών Λιμένων στη Νότια Κρήτη

(Πράξ. κζ’,8).

64

Ο Απ. Παύλος καθιστά στη Γόρτυνα τον μαθητή του Απ. Τίτο ως πρώτο Επίσκοπο της Κρήτης, προς τον οποίο απευθύνει μετά από λίγο τη γνωστή Επιστολή

250

Η άθληση των Αγίων Δέκα Μαρτύρων, των πρώτων καταγεγραμμένων μαρτύρων της Κρήτης.

754

Η Εκκλησία Κρήτης αποσπάται από τη δικαιοδοσία του Πάπα της Ρώμης με ενέργειες του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ του Ίσαυρου και προσαρτάται οριστικά σε εκείνην του Οικουμενικού Πατριάρχου

824

Η Κρήτη κατακτάται από τους Σαρακηνούς Άραβες

961

Η Κρήτη απελευθερώνεται από τον Στρατηγό των Σχολών της Ανατολής και μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά.

1204

Η Κρήτη υποδουλώνεται στους Ενετούς.

Απαγορεύεται η ύπαρξη Ορθοδόξων Επισκόπων.

1669

Η Κρήτη κατακτάται από τους Οθωμανούς.

Επιτρέπεται η εγκατάσταση Ορθοδόξων Επισκόπων.

1821

Θανατώνονται από τους Οθωμανούς Τούρκους στον παλαιό Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Μηνά Ηρακλείου ο Μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος και οι περισσότεροι Αρχιερείς της Νήσου καθώς καί 800 ακόμη κληρικοί, λαϊκοί και πρόκριτοι του λαού, ως αντίποινα για την Επανάσταση του 1821.

1866

Το Ολοκαύτωμα της Ιεράς Μονής Αρκαδίου

1898

Η Κρήτη αυτονομείται

1900

Ψηφίζεται ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας Κρήτης.

(Ν. 276 της Κρητικής Πολιτείας).

1913

Η Κρήτη ενώνεται με την Ελλάδα.

1941

Η Μάχη της Κρήτης.

Οι Κρήτες αντιστέκονται εναντίον των κατακτητών Γερμανών.

1961

Ψηφίζεται ο μέχρι σήμερα ισχύων Ν. 4149/1961 «Περί Καταστατικού Νόμου της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας»

1962

Οι Ιερές Επισκοπές της Κρήτης ανυψώνονται σε Μητροπόλεις

1963

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας επισκέπτεται την Κρήτη.

1966

Επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου Τίτου, πρώτου Επισκόπου Κρήτης, από τη Βενετία στο Ηράκλειο

1967

Η Ιερά Μητρόπολη Κρήτης ανυψώνεται σέ Αρχιεπισκοπή.

1992

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, επισκέπτεται επίσημα την Κρήτη

1993

Έκδοση Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου με τον οποίο ανακηρύσσονται σε εν ενεργεία Μητροπόλεις οι μέχρι τότε, τιμής ένεκεν, Ιερές Μητροπόλεις της Κρήτης.

1995

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος επισκέπτεται την Κρήτη και προεξάρχει των εκδηλώσεων για την εκατονταετηρίδα του Ι. Μ. Ν. Αγ. Μηνά Ηρακλείου.

2000

α) Κατάταξη των Νεομαρτύρων της Κρήτης (1821-1822) Αρχιερέων, λοιπών κληρικών, Μοναχών και Λαϊκών, υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατόπιν εισηγήσεως της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης.

2000

β) Ίδρυση της νέας Ιεράς Μητροπόλεως Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου

2000

γ) Πατριαρχικές και Συνοδικές Πράξεις προσαρτήσεως Ενοριών της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης στις Ιερές Μητροπόλεις Γορτύνης και Αρκαδίας και Πέτρας και Χερρονήσου και εκχώρηση Ενοριών τους στην Ιερά Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου

2000

δ) Επαναφορά του θεσμού του βοηθού Επισκόπου παρά τον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης, με τον τίτλο του Επισκόπου Κνωσού.

2002

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, επισκέπτεται για τρίτη φορά την Κρήτη

2008

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, επισκέπτεται για τέταρτη φορά την Κρήτη, με τους Προκαθημένους – Αντιπροσώπους των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών, με την ευκαιρία του εορτασμού των 2000 χρόνων από τη γέννηση του Αποστόλου των Εθνών Παύλου

2009

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, επισκέπτεται για πέμπτη φορά την Κρήτη.

2012

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, επισκέπτεται για έκτη φορά την Κρήτη.

2016

Συγκαλείται στην Κρήτη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Ιούνιος 2016), με τη συμμετοχή Ιεραρχών και Εκπροσώπων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών

2018

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος επισκέπτεται για ογδόη φορά την Κρήτη και προεξάρχει των εορταστικών εκδηλώσεων των 50 ετών από της ιδρύσεως της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης.

Αγίου Μηνά 25,
712 01 Ηράκλειο, Κρήτη

Νέα και Ενημέρωση

Λάβετε τα νεότερα ανακοινωθέντα
και εκδηλώσεις της Εκκλησίας Κρήτης.

© 2025 Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης – Επιμέλεια: π. Γεώργιος Τζατζάνης